Το «Maritime Action Plan» ενδέχεται να αναδιατάξει τον παγκόσμιο ναυτιλιακό χάρτη

Eνα φιλόδοξο και μακροσκελές σχέδιο για την αναγέννηση της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας έδωσε στη δημοσιότητα ο Λευκός Οίκος, με κεντρικό πυλώνα την επιβολή τελών σε όλα τα πλοία ξένης ναυπήγησης που καταπλέουν σε αμερικανικά λιμάνια. Το αποκαλούμενο «Maritime Action Plan», το οποίο συνέταξαν ο υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Μάρκο Ρούμπιο και ο διευθυντής προϋπολογισμού Ράσελ Βόουτ, δεν στοχεύει πλέον αποκλειστικά στην Κίνα, αλλά θεσπίζει οριζόντια μέτρα που δύνανται να αναδιατάξουν τον παγκόσμιο ναυτιλιακό χάρτη. Σύμφωνα με το έγγραφο, η πρόταση προβλέπει ένα «καθολικό τέλος υποδομής ή ασφαλείας» το οποίο θα μπορούσε να κυμανθεί από 0,01 έως 0,25 δολάρια ανά κιλό φορτίου. Αν και οι τεχνικές λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς –καθώς η ολική χωρητικότητα (gross tonnage) αποτελεί μέτρηση όγκου και όχι βάρους– τα προσδοκώμενα έσοδα υπολογίζονται σαφώς άνωθεν των 66 δισ. ετησίως. Στόχος είναι η χρηματοδότηση με τους πόρους αυτούς ενός «στρατηγικού εμπορικού στόλου» και η ανακεφαλαιοποίηση των αμερικανικών ναυπηγείων.

Σ’ αυτό το νέο τοπίο η Ελλάδα ενδέχεται να διαδραματίσει ρόλο «κλειδί». Η βάση αυτής της στρατηγικής σχέσης έχει τεθεί έμπρακτα και σε ανύποπτο χρόνο. Ενα από αυτά τα βήματα είναι και η χρηματοδότηση των 125 εκατ. δολ. από την αμερικανική αναπτυξιακή τράπεζα DFC προς την ONEX, κίνηση που πιστοποίησε με τον πλέον επίσημο τρόπο τον στρατηγικό άξονα Ουάσιγκτον – Ελευσίνας και δημιούργησε το απαραίτητο προηγούμενο εμπιστοσύνης για τις επόμενες κινήσεις.

Πλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, βρίσκεται σε εξέλιξη μια ευρύτερη συζήτηση μεταξύ Αμερικανών αξιωματούχων και Ελλήνων αξιωματούχων και εφοπλιστών. Αντικείμενο είναι μεταξύ άλλων και το ενδεχόμενο επισκευής ή ακόμη και ναυπήγησης πλοίων ελληνικών συμφερόντων σε αμερικανικές γιάρδες. Παράλληλα, συζητείται η μεταφορά τεχνογνωσίας από Ελληνες επιχειρηματίες για την ανάταξη παρωχημένων ναυπηγικών μονάδων στις ΗΠΑ, όπως στη Λουιζιάνα.

Η κινητικότητα αυτή επιβεβαιώνεται από διαδοχικές κυβερνητικές παρεμβάσεις εκατέρωθεν του Ατλαντικού. Την πολιτική βούληση γι’ αυτή τη διασύνδεση είχε προαναγγείλει από τα τέλη του 2025 ο υπουργός Ναυτιλίας Βασίλης Κικίλιας. Ο υπουργός έχει δηλώσει χαρακτηριστικά ότι «κατ’ εντολήν του πρωθυπουργού έχουν ξεκινήσει συζητήσεις με την αμερικανική πλευρά για επενδύσεις σε ναυπηγεία και λιμάνια, ώστε να συνδεθούν μεταξύ τους».

Τη σκυτάλη πήρε τον περασμένο Σεπτέμβριο ο Αμερικανός υπουργός Εσωτερικών, Νταγκ Μπέργκαμ. Κατά την επίσκεψή του στα Ναυπηγεία Ελευσίνας (ONEX) –την πρώτη υπουργού της νέας κυβέρνησης Τραμπ– χαρακτήρισε τα ναυπηγεία «κρίσιμο ενεργειακό κόμβο», υπογραμμίζοντας ότι η παρουσία του εκεί σηματοδοτεί τη στενή ναυτιλιακή συνεργασία των δύο εθνών. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Αθήνα, η οποία χαρακτηρίζει την Ελλάδα «απαραίτητο εταίρο» στην προσπάθεια απεξάρτησης της Δύσης από την Ασία. Οι συντάκτες της έκθεσης τονίζουν ότι στόχος δεν είναι απλώς η αύξηση των πλοίων των ΗΠΑ, αλλά η ανασύσταση μιας ανθεκτικής ναυτιλιακής βιομηχανικής βάσης.

Ωστόσο, παρά το θετικό κλίμα, κύκλοι της αγοράς είναι επιφυλακτικοί εν αναμονή του τελικού νομοθετικού πλαισίου. Ο αναλυτής του Heritage Foundation, Μπρεντ Σάντλερ, επεσήμανε ότι η επιβολή του τέλους απαιτεί προσεκτική μελέτη για να καθοριστεί το σωστό ύψος. Η συμμετοχή των Ελλήνων στο αμερικανικό σχέδιο παραμένει μια ισχυρή προοπτική, η οποία όμως θα εξαρτηθεί από τα κίνητρα που θα δοθούν. Προς το παρόν, η Ουάσιγκτον δείχνει να αναγνωρίζει ότι για την επίτευξη της «νέας ναυτιλιακής χρυσής εποχής», η σύμπραξη με την ελληνική ναυτιλία μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής.

(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr