Η Ευρωπαϊκή Βιομηχανία Δεν Πρέπει να Αφεθεί Μόνη

Η Ευρωπαϊκή Βιομηχανία Δεν Πρέπει να Αφεθεί Μόνη
της Μύρνας Νικολαΐδου
Τετ, 11 Φεβρουαρίου 2026 - 15:15

Μια διπλωματική μάχη για γερά νεύρα δίδεται αυτή την στιγμή στην παγκόσμια σκακιέρα, που αναμένεται να αλλάξει άρδην τις γεωπολιτικες και οικονομικές ισορροπίες. Η εμπορική συμφωνία του Τραμπ με την Ινδία με αντάλλαγμα το πλήρες εμπάργκο στο ρωσσικό πετρέλαιο ήταν μια ακόμη κίνηση της αμερικανικής κυβέρνησης ώστε ουσιαστικά να επιβάλλει την κυριαρχία της απέναντι στην Μόσχα την στιγμή που βρίσκεται σε εξέλιξη οι ειρηνευτικές συνομιλίες για την Ουκρανία, ειρηνευτικός διάλογος στην Ουκρανία

Η συμφωνία με τις ΗΠΑ προβλέπει την διακοπή αγοράς ρωσικού πετρελαίου, μετά την αύξηση που είχε σημειωθεί  το 2022. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ θα μειώσουν τους δασμούς στα ινδικά προϊόντα από το 50% στο 18%, αίροντας τα προστατευτικά μέτρα που είχαν επιβληθεί τους προηγούμενους μήνες. H Ινδία ήταν ο κορυφαίος αγοραστής ρωσικού πετρελαίου μέσω θαλάσσης μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Εαν τελικά επιβεβαιωθεί η έξοδος της Ινδίας από τον ενεργειακό χάρτη της Ρωσίας, η Μόσχα ουσιαστικά ξεμένει από  εναλλακτικούς αγοραστές, με την Κίνα να αποτελεί την μοναδική  αλλά ήδη κορεσμένη επιλογή.  Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά και την  και την  Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (FTA) που υπέγραψε και η ΕΕ με την Ινδία, η οποία συνδέει επίσης την   κατάργηση ή δραστική μείωση δασμών των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς την Ινδία με τους νέους κανόνες της ΕΕ, που  απαγορεύουν την εισαγωγή καυσίμων  από ινδικά διυλιστήρια εάν αυτά χρησιμοποιούν ρωσικό αργό.

Η οριστική διακοπή των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου από την ΕΕ και την Ινδία -αν αυτή επιβεβαιωθεί στην πράξη-, σηματοδοτεί μια ριζική αναδιάρθρωση του ενεργειακού χάρτη της Ευρώπης, η οποία όμως έχει σοβαρές οικονομικές προεκτάσεις.  Σύμφωνα με αναλυτές, η νέα αυτή πραγματικότητα ενδέχεται να προκαλέσει βραχυπρόθεσμες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη που εξαρτάται περισσότερο από αυτές τις διαδρομές. Επιπλέον η Ευρώπη στρέφεται πλέον σε προμηθευτές από τον Κόλπο και τις ΗΠΑ, κάτι που αυξάνει τα θαλάσσια ναύλα, καθώς το πετρέλαιο πρέπει να ταξιδέψει μεγαλύτερες αποστάσεις για να φτάσει στα ευρωπαϊκά λιμάνια. Παράλληλα, υπάρχει και το πρόβλημα της τεχνικής προσαρμογής. Πολλά ευρωπαϊκά διυλιστήρια (ειδικά σε Γερμανία, Πολωνία, Ουγγαρία) ήταν κατασκευασμένα αποκλειστικά για τον τύπο Urals (ρωσικό αργό) και η επεξεργασία άλλων τύπων (π.χ. ελαφρύ αμερικανικό σχιστολιθικό) απαιτεί δαπανηρές μετατροπές στις υποδομές. Ενώ ταυτόχρονα αναμένεται κύμα προσφυγών και διαιτησιών λόγω αθέτησης συμβολαίων (force majeure) καθώς οι ευρωπαϊκές εταιρείες αναγκάζονται να τερματίσουν υφιστάμενες συνεργασίες με προμηθευτές που χρησιμοποιούν ρωσική πρώτη ύλη

Είναι γεγονός ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται απέναντι σε μια τεράστια πρόκληση καθώς “απογαλακτίζεται” βίαια από το φθηνό ρωσικό αργό.  Και αυτό γιατί αναγκάζεται   να επενδύσει ταχύτερα σε τεχνολογίες υδρογόνου και ηλεκτρισμό από ανανεώσιμες πηγές, κάτι που μπορεί να προκαλέσει "σοκ" ρευστότητας στις επιχειρήσεις λόγω των τεράστιων απαιτούμενων επενδύσεων. Κατά συνέπεια η μεταβατική αυτή περίοδος μέχρι το 2027 είναι η πλέον επικίνδυνη για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Και δεν έχει απομακρυνθεί ο κίνδυνος για σταδιακή αποβιομηχάνιση της ηπείρου αν οι τιμές ενέργειας δεν σταθεροποιηθούν σύντομα στα επίπεδα των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την Oxford Analytica , η ΕΕ αντικαθιστά μια εξάρτηση (ρωσικοί αγωγοί) με μια άλλη (παγκόσμια αγορά LNG), γεγονός που την καθιστά πιο ευάλωτη στις διακυμάνσεις των παγκόσμιων τιμών και τον ανταγωνισμό με την Ασία. Επιπλέον η IEEFA υπογραμμίζει ότι αυτή η εξάρτηση έρχεται σε αντίθεση με τον στόχο της ΕΕ για φθηνότερη ενέργεια, υπονομεύοντας την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.

Ωστόσο υπάρχουν και κάποια αναχώματα, που δίδουν ελπίδα.   Πρώτον, η τεράστια προσφορά από τις ΗΠΑ πιέζει τις διεθνείς τιμές προς τα κάτω, κάτι που βοηθά την Ευρώπη να αγοράζει φθηνότερα από ό,τι το 2022-2023. Δεύτερον, το νέο πλαφόν της G7 στα 44,10 δολάρια αναγκάζει τη Ρωσία να πουλάει πολύ φθηνά σε τρίτες χώρες, γεγονός που έμμεσα κρατά χαμηλά τις παγκόσμιες τιμές αναφοράς για όλους. Μπορεί λοιπόν η ΕΕ να μην  ξαναβρεί το «φθηνό» ρωσικό πετρέλαιο των αγωγών, αλλά μπορεί να εξασφαλίσει σταθερές τιμές μέσω των ΗΠΑ, με την προϋπόθεση ότι θα επενδύσει στις υποδομές των λιμανιών της αλλά και στων επιχειρήσεών της ώστε να δεχθούν τις αλλαγές αυτές χωρίς να υποστούν οικονομική ασφυξία. Και αυτό είναι μια τεράστια πρόκληση που δεν πρέπει να υποτιμάται. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν πρέπει να αφεθεί για μια ακόμη φορά να παλεύει μόνη της.

(από την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ")

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr