Η ΔΗΜΟΣΙΑ εικόνα της ελληνικής οικονομίας, τα τελευταία χρόνια, κυριαρχείται από αριθμούς: ρυθμοί ανάπτυξης, πλεονάσματα, μείωση της ανεργίας και αναβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας.
Οι δείκτες αυτοί παρουσιάζονται ως αποδείξεις προόδου. Όμως η καθημερινή εμπειρία των πολιτών αφηγείται μια διαφορετική ιστορία.
Η απόσταση ανάμεσα στη «γενική οικονομία» και στα οικονομικά των νοικοκυριών δεν είναι μόνο στατιστική· είναι κυρίως πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα.
ΤΟ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟ Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αποτελεί τον βασικό άξονα του κυρίαρχου αφηγήματος.
Πράγματι, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat (Ιούνιος 2024), η ελληνική οικονομία καταγράφει σταθερούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Ωστόσο, το ίδιο σύνολο δεδομένων δείχνει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας παραμένει περίπου στο 70% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [1].
Εξάλλου, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ως μέσος όρος, αποκρύπτει τις έντονες ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος και δεν αποτυπώνει το πώς βιώνει η πλειονότητα των πολιτών την καθημερινή οικονομική πίεση, λειτουργώντας περισσότερο ως μακροοικονομική ένδειξη παρά ως μέτρο πραγματικής ευημερίας.
Με άλλα λόγια, η οικονομία αυξάνει το μέγεθός της, αλλά η αγοραστική δύναμη και το πραγματικό εισόδημα των πολιτών εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά.
ΑΝΑΛΟΓΗ αντίφαση καταγράφεται και στην αγορά εργασίας. Η ανεργία μειώνεται, γεγονός που παρουσιάζεται -δικαίως- ως θετική εξέλιξη.
Όμως, η συζήτηση σπάνια επεκτείνεται στην ποιότητα των θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για τους πραγματικούς μισθούς, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης ως προς τα πραγματικά εισοδήματα των μισθωτών [2].
Άλλωστε, η κυβερνητική ρητορική περί δημιουργίας «καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας» φαίνεται να αφορά κυρίως έναν περιορισμένο αριθμό θέσεων υψηλής εξειδίκευσης σε μετρημένες στα δάχτυλα πολυεθνικές εταιρείες, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων στην εγχώρια αγορά εργασίας.
Η αύξηση της απασχόλησης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση των αποδοχών, γεγονός που περιορίζει τη μετάφραση της «ανάπτυξης» σε κοινωνικό όφελος.
Η ΕΙΚΟΝΑ γίνεται ακόμα πιο έντονη, όταν εξετάζεται ο πληθωρισμός. Ο γενικός δείκτης τιμών παρουσιάζεται ως αποκλιμακούμενος και «ελεγχόμενος».
Όμως, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2021-2024, οι τιμές στα τρόφιμα και τη στέγαση αυξήθηκαν σωρευτικά με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από τον γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή [3].
Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις δεν συνιστούν πραγματική αποκατάσταση των απωλειών, αλλά απλώς περιορίζουν μερικώς τη ζημιά, αφήνοντας ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος της απομείωσης της αγοραστικής δύναμης που επέφερε ο παρατεταμένος πληθωρισμός.
ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ αυτής της δυναμικής αποτυπώνεται καθαρά στα κοινωνικά δεδομένα.
Σύμφωνα με την έρευνα EU-SILC της Eurostat για το 2023, πάνω από το 60% των Ελλήνων δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει βασικές μηνιαίες δαπάνες [4].
Πρόκειται για στοιχείο που σπάνια συνοδεύει τις κυβερνητικές ανακοινώσεις περί ανάπτυξης, αλλά αποτυπώνει με ακρίβεια την καθημερινή οικονομική πίεση που βιώνει η κοινωνία.
ΕΔΩ ακριβώς αναδεικνύεται το κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα: όταν η οικονομική επιτυχία μετριέται σχεδόν αποκλειστικά με δείκτες ΑΕΠ, πλεονάσματα και εκτιμήσεις των αγορών, η πλειονότητα των πολιτών παραμένει στο περιθώριο.
Η «γενική οικονομία» μπορεί να ευημερεί στα χαρτιά, ενώ η κοινωνική πραγματικότητα δείχνει συμπίεση εισοδημάτων, αβεβαιότητα και καθημερινές στερήσεις.
Οι αριθμοί δεν είναι ψευδείς· είναι όμως ανεπαρκείς, όταν η πραγματικότητα των πολιτών παραμένει αόρατη.
Και, όπως συχνά συμβαίνει, η μισή αλήθεια ισοδυναμεί με ψέμα, όταν αποκρύπτει την καθημερινή σκληρή πραγματικότητα των πολιτών.
ΌΠΩΣ λέει η παροιμία: «Το ψωμί του καθενός δεν φαίνεται στο αλώνι».
Παραπομπές
[1] Eurostat, Κατά κεφαλήν ΑΕΠ 2023-2024, δημοσίευση Ιούνιος 2024
[2] OECD, Real Wages Report, δημοσίευση Νοέμβριος 2024
[3] ΕΛΣΤΑΤ, ΔΤΚ 2021-2024, δημοσίευση Ιανουάριος 2025
[4] Eurostat, EU-SILC 2023, δημοσίευση Μάρτιος 2024
*οικονομολόγος PhD, καθηγητής Οργάνωσης & Διοίκησης του Κολλεγίου Rene Descartes / Πανεπιστημίου CNAM
(από την εφημερίδα «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»)