το παγκόσμιο εμπόριο LNG, με τις εξαγωγές να ξεπερνούν τις προβλέψεις. Τη μερίδα του λέοντος πήραν οι Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες εξήγαγαν πάνω από 100 εκατ. μετρικούς τόνους LNG, κυρίως χάρη στη λειτουργία νέων μονάδων υγροποίησης φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης δεδομένων LSEG, οι αμερικανικές εξαγωγές έφτασαν στους 111 εκατ. τόνους, ήτοι, αυξημένες κατά 23 εκατ. τόνους σε σχέση με το 2024 και πολλαπλάσιες από τους περίπου 20 εκατ. τόνους του Κατάρ, που αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου, παγκοσμίως.
Οι αποστολές LNG από τις ΗΠΑ αντιστοιχούσαν περίπου στο 25% των παγκόσμιων εξαγωγών το 2025. Είναι χαρακτηριστικό ότι η νέα μονάδα, Plaquemines, της Venture Global, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική εγκατάσταση της χώρας, εξήγαγε 16,4 εκατ. τόνους LNG μέσα στον πρώτο χρόνο από την έναρξη της λειτουργίας της, αφότου ξεκίνησε η παραγωγή, τον Δεκέμβριο του 2024.
Τον ίδιο μήνα, οι ΗΠΑ κατέγραψαν ιστορικό μηνιαίο ρεκόρ εξαγωγών LNG με 11,5 εκατ. τόνους! Σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, τα τελευταία εννέα χρόνια οι ΗΠΑ πέρασαν από το στάδιο των μηδενικών εξαγωγών LNG, σε πάνω από 100 εκατ. τόνους, γεγονός που επιβεβαιώνει την αξιοπιστία του αμερικανικού μοντέλου λειτουργίας της αγοράς.
Οι ανησυχίες για υπερπροσφορά μετριάστηκαν προσωρινά μετά το 2022, όταν οι κυρώσεις της Δύσης σε βάρος της Ρωσίας ανάγκασαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικούς προμηθευτές φυσικού αερίου. Οι ΗΠΑ κάλυψαν μεγάλο μέρος αυτού του κενού, με την Ευρώπη να αγοράζει, μόνο τον Δεκέμβριο, περί τους 9 εκατ. τόνους αμερικανικού LNG, καθώς μείωνε δραστικά τις ρωσικές εισαγωγές.
Ωστόσο, η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από το LNG των ΗΠΑ, που θα μπορούσε να φτάσει μέχρι και το 80% των συνολικών εισαγωγών της Γηραιάς ηπείρου, έως το 2030, προκαλεί ανησυχία. Η Ευρώπη, ευρισκόμενη μεταξύ σφύρας και άκμονος επιταχύνει τις επενδύσεις σε ΑΠΕ, την ώρα που πολλαπλασιάζονται οι εκτιμήσεις για πιθανό πλεόνασμα LNG από το 2026 και εντεύθεν.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα μας έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο κόμβο εισαγωγής και διαμετακόμισης LNG στη ΝΑ Ευρώπη, με αιχμή τον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας και τη νέα πλωτή μονάδα FSRU, στην Αλεξανδρούπολη.
Η αυξημένη παγκόσμια προσφορά LNG και οι πιέσεις στις τιμές ενδέχεται να λειτουργήσουν ευνοϊκά για την ελληνική αγορά, αφού θα περιορίσουν το κόστος των εισαγωγών και θα συμβάλλουν στη συγκράτηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, ενισχύεται ο ρόλος της Ελλάδας ως πύλης εφοδιασμού για τα Βαλκάνια, σε μια περίοδο που η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει ακραιφνώς στρατηγική προτεραιότητα για όλους.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, μεταξύ 2025 και 2030 η νέα παγκόσμια εξαγωγική δυναμικότητα LNG αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 300 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) ετησίως, ήτοι, ποσοστιαία άνοδος της τάξης του 50%, με το 45% της αύξησης να προέρχεται από τις ΗΠΑ. Καθώς η προσφορά αυξάνεται, τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών περιορίζονται, σε μια εξέλιξη που μπορεί να αποβεί θετική για τους καταναλωτές στων οποίων τους ώμους έχει πέσει το βάρος των υπέρμετρα υψηλών λογαριασμών της ενέργειας.
Το πότε ακριβώς η παγκόσμια προσφορά LNG θα ξεπεράσει τη ζήτηση παραμένει αβέβαιο. Ωστόσο, οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται έως το 2050, ανατρέποντας παλαιότερες προβλέψεις για ταχύτερη υποχώρηση της χρήσης των ορυκτών καυσίμων. Η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης των ΑΠΕ σε πολλές χώρες, αλλά και η εκρηκτική αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από τα κέντρα δεδομένων και την τεχνητή νοημοσύνη, συντηρούν την ανάγκη για περισσότερο LNG τα επόμενα χρόνια, κάτι που θα έχει άμεσο και θετικό αντίκτυπο για την ελληνική ενεργειακή στρατηγική.