Το γεγονός ήλθε με δραματικό τρόπο στο φως όταν σαουδαραβικά μαχητικά αεροσκάφη βομβάρδισαν τον λιμένα Μουκάλα της Υεμένης στις 30 Δεκεμβρίου, με το Ριάντ να κατηγορεί το Αμπού Ντάμπι για τον εξοπλισμό αυτονομιστών ανταρτών στην πολύπαθη χώρα και να εκφράζει την “απογοήτευσή” του από τις ενέργειες των ΗΑΕ, οι οποίες, ισχυρίζεται, απειλούν την εθνική ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας.
Σε μια κίνηση αποκλιμακώσεως, το Αμπού Ντάμπι δήλωσε ότι θα τηρήσει το τελεσίγραφο που είχε εκδώσει μια ημέρα νωρίτερα η διεθνώς αναγνωρισμένη (και υποστηριζόμενη από τους Σαούντ) κυβέρνησις της Υεμένης, το οποίο απαιτούσε από τα ΗΑΕ να αποσύρουν τις δυνάμεις τους που υποστηρίζουν το Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο (STC).
Η Υεμένη ήταν διαιρεμένη σε δύο κράτη από το 1967 μέχρι την ενοποίηση του 1990, ωστόσο ο πόλεμος που ξέσπασε μετά την κατάληψη της πρωτευούσης Σανάα από το ζαϊδικό (σιιτικό) κίνημα των Χούθι το 2014, έδωσε την ευκαιρία στους αυτονομιστές του Νότου να επανακάμψουν. Σε αυτό, καθοριστική υπήρξε η στάση των ΗΑΕ τα οποία, καίτοι συμπολεμούσαν με την Σαουδική Αραβία για την καθυπόταξη των Χούθι και την αποκατάσταση της καταφυγούσης στο Άντεν διεθνώς αναγνωρισμένης κυβερνήσεως, βρέθηκαν συντόμως να διασπούν το κοινό μέτωπο, έχοντας εξασφαλίσει, ως ναυτική δύναμη, τον έλεγχο σημαντικών υεμενικών λιμένων.
Ήδη ο υπουργός Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Φαϊζάλ μπιν Φαρχάν, συναντήθηκε με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Ουάσινγκτον. Η κυβέρνησις Τραμπ έχει επιδιώξει να διατηρήσει ουδετερότητα στη διαμάχη μεταξύ των βασικών συμμάχων της, επαινώντας αμφοτέρους σε δήλωση της 27ης Δεκεμβρίου για τον διπλωματικό τους ρόλο στην Υεμένη και προτρέποντάς τους να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση.
Η άμεση κρίσις φαίνεται να έχει περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό λόγω της αποσύρσεως της “αντιτρομοκρατικής δυνάμεως” των ΗΑΕ από την (νότια) Υεμένη. Ωστόσο, οι διαφορές που φέρνουν τις δύο πιο ισχυρές χώρες του Κόλπου η μία εναντίον της άλλης είναι πιθανό να αυξηθούν εκτιμούν περιφερειακοί διπλωμάτες και αναλυτές. “Η δυσπιστία είναι πολύ βαθιά. Τα προβλήματα είναι διαρθρωτικά και δεν θα εξαφανιστούν”, δήλωσε στο Al-Monitor ανώτερος διπλωμάτης που υπηρετεί στην περιοχή. “Πρόκειται για μια μάχη για ολόκληρο το Κέρας της Αφρικής και τον διάδρομο της Ερυθράς Θάλασσας, μια μάχη για το ποιος θα είναι η κυρίαρχη πολιτική και οικονομική δύναμη και ο κύριος κόμβος θαλάσσιας εφοδιαστικής στη Μέση Ανατολή”, εξήγησε ο ίδιος, μιλώντας υπό τον όρο της ανωνυμίας.
Ο έλεγχος και η επιρροή στην Υεμένη προσφέρουν μόχλευση στις παγκόσμιες εμπορικές οδούς που συνδέουν την Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη. Η Σαουδική Αραβία θέλει να βεβαιωθεί ότι η Υεμένη θα παραμείνει άθικτη και ότι η πλωτή οδός Μπαμπ ελ Μαντέμπ θα παραμείνει υπό τον έλεγχο της κυβερνήσεως της Υεμένης. «Εάν η Σαουδική Αραβία χάσει το Μπαμπ ελ Μαντέμπ ή τον Κόλπο του Άντεν, το επόμενο πράγμα που θα χάσει θα είναι η Ερυθρά Θάλασσα”, πρόσθεσε η ίδια πηγή.
Άλλοι υποστηρίζουν ότι τα κοινά συμφέροντα θα υπερισχύσουν οποιωνδήποτε διαμαχών. “Οι σύμμαχοι συγκρούονται κατά καιρούς. Αυτή είναι μια κλασική περίπτωση. Δεν μπορείς απλώς να εγκαταλείψεις 40 χρόνια στρατηγικών οικονομικών δεσμών. Τελικά, τα κοινά σημεία θα τα φέρουν πίσω στην περίοδο πριν από τη σύγκρουση”, δήλωσε, επίσης στο Al-Monitor, ο Αμπντουλχαλέκ Αμπντουλά, αναπληρωτής καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στο Αλ-Άιν.
Αλλά η απογοήτευση και το χάσμα για την Υεμένη είναι πιθανό να παραμείνουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος έγκειται στο κενό ασφαλείας, το οποίο πιθανότατα θα καλύψει η Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο (AQAP). Η ομάδα έχει μακρά ιστορία στην εκμετάλλευση διαλυμένων και αδύναμων κρατών για την ανοικοδόμηση των δικτύων της και την πραγματοποίηση επιθέσεων με μεγάλο αντίκτυπο. Εάν η ρήξη μεταξύ Ριάντ και Άμπου Ντάμπι συνεχιστεί, θα περιπλέξει περαιτέρω την ανταλλαγή πληροφοριών και τον συντονισμό κατά της τρομοκρατίας, δύο πράγματα που αποτελούν μεγάλες ανησυχίες για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ρωγμές στον συνασπισμό κατά των Χούθι άρχισαν να εμφανίζονται το 2017, όταν το Άμπου Ντάμπι βοήθησε στην ίδρυση, χρηματοδότηση και ενεργή προώθηση του STC, του οποίου ηγείται ο πρώην κυβερνήτης του Άντεν, Αϊντάρους αλ-Ζουμπάιντι.
Τον Απρίλιο του 2018, το STC, μαζί με τις δυνάμεις των Εμιράτων, κατέλαβε το ειδυλλιακό αρχιπέλαγος της Σοκότρα της Υεμένης, το οποίο έκτοτε έχει γίνει ένας ελίτ τουριστικός προορισμός, με πτήσεις και βίζες που διοργανώνονται στα ΗΑΕ. Παρά κάποιες αρχικές γκρίνιες, οι Σαουδάραβες αποδέχτηκαν αυτό το νέο τετελεσμένο γεγονός. Ίσως τα ΗΑΕ στοιχημάτιζαν σε ένα παρόμοιο αποτέλεσμα τον περασμένο μήνα, όταν οι σύμμαχοί τους στο STC κατέλαβαν τις επαρχίες Χαντραμάουτ και αλ Μάχρα, οι οποίες συνορεύουν με τη Σαουδική Αραβία και το Ομάν, αντίστοιχα. Με τον τρόπο αυτό η υποστηριζόμενη από τη Σαουδική Αραβία και διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης έχασε σχεδόν το 95% της παρουσίας της επί του εδάφους, με πολλούς από τους ηγέτες της να καταφεύγουν στο Ριάντ.
Ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, ο Ζουμπάιντι ανακοίνωσε στις 2 Ιανουαρίου σχέδια για την ίδρυση ενός “νότιου αραβικού κράτους”. Υποστήριξε επίσης ότι εάν η Νότια Υεμένη γίνει ανεξάρτητη, θα δημιουργήσει επίσημους δεσμούς με το Ισραήλ, όπως ακριβώς έκαναν τα ΗΑΕ το 2020, όταν εντάχθηκαν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Το ότι τα ΗΑΕ στηρίζουν και χρηματοδοτούν κινήσεις κατακερματισμού μιας σειράς κρατών από την διχοτομημένη Λιβύη, μέχρι το σπαρασσόμενο Σουδάν και την αναρχούμενη Σομαλία, ενώ προσεταιρίζονται και τους Δρούζους της Συρίας, πάντα κατά τρόπο ο οποίος εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ (το οποίο άλλωστε προχώρησε μόλις στην τολμηρή κίνηση “αναγνωρίσεως” της αποχισθείσης Σομαλιλάνδης) εξηγεί τον “συναγερμό” που έχει σημάνει στο Ριάντ. Όπως άλλωστε και την στρατηγική προσέγγισή του με το πυρηνικώς εξοπλισμένο Πακιστάν και όλο και περισσότερο εσχάτως, παρά τις παλαιές αντιπαλότητες (βλ. δολοφονία Χασόγκι) Τουρκία.
(από την εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ»)