και χώρες όπως το Βέλγιο και η Δανία να ακολουθούν. Αντίθετα, η Ανατολική Ευρώπη και οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες, εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερα τιμολόγια ρεύματος.
Αυτή η εικόνα αντικατοπτρίζει τη διαφορετική έκθεση των κρατών στις διακυμάνσεις των διεθνών ενεργειακών αγορών, αλλά και το ρόλο που παίζει η φορολογία, οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις και οι εθνικοί μηχανισμοί στήριξης. Το χαμηλότερο κόστος στην Ε.Ε., το έχει η Ουγγαρία, ενώ χώρες όπως η Ισπανία και η Γαλλία διατηρούνται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Όπως εξηγούν ειδικοί αναλυτές, οι αποκλίσεις στις τιμές του ηλεκτρισμού δεν είναι τυχαίες. Το μείγμα παραγωγής, οι στρατηγικές προμήθειας των παρόχων, οι επιδοτήσεις και η δομή των τιμολογίων καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τελικό κόστος για τα νοικοκυριά.
Χώρες με υψηλή διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ή κρατικά ελεγχόμενα τιμολόγια, πετυχαίνουν να συγκρατούν τις τιμές, ενώ αγορές περισσότερο εκτεθειμένες στις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου εμφανίζουν αυξημένη μεταβλητότητα.
Η προσαρμογή των τιμών με βάση τα Πρότυπα Αγοραστικής Δύναμης (PPS) αλλάζει εν μέρει την εικόνα. Αν και οι ονομαστικές διαφορές περιορίζονται, το ενεργειακό βάρος παραμένει δυσανάλογο για ορισμένες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Η Τσεχία και η Πολωνία αναδεικνύονται στις ακριβότερες αγορές, σε όρους αγοραστικής δύναμης, ενώ χώρες όπως η Μάλτα, η Τουρκία και η Ουγγαρία κινούνται στο χαμηλότερο άκρο. Οι σκανδιναβικές χώρες, παρά τις υψηλές ονομαστικές τιμές, σε ορισμένες περιπτώσεις, ωφελούνται από υψηλότερα εισοδήματα και πιο αποδοτικά ενεργειακά συστήματα που διαθέτουν.
Σε ετήσια βάση, οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος παρέμειναν σχετικά σταθερές στις περισσότερες χώρες. Ωστόσο, σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν σε αγορές όπως η Τουρκία και η Μολδαβία, ενώ εντός της Ε.Ε. στις πρώτες θέσεις του σχετικού καταλόγου βρέθηκαν το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία. Στον αντίποδα, η Σλοβενία, η Φινλανδία και η Κύπρος κατέγραψαν αισθητές μειώσεις.

(Tιμές φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά, α΄εξάμηνο 2025 (ευρώ ανά 100 kwh). Πηγή: Εurostat)
Ακόμη πιο έντονες είναι οι διαφοροποιήσεις στις τιμές φυσικού αερίου.
Η Σουηδία ήταν η ακριβότερη αγορά, ενώ οι χώρες της ΝΑ Ευρώπης και του Καυκάσου κατέγραψαν εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Σε επίπεδο Ε.Ε., η Ουγγαρία, η Κροατία και η Ρουμανία κινήθηκαν στο χαμηλότερο άκρο, ενώ η Γαλλία υπήρξε η ακριβότερη από τις ισχυρές οικονομίες της Ένωσης.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι παράγοντες όπως τα επίπεδα αποθήκευσης, οι καιρικές συνθήκες, η διασύνδεση με άλλες αγορές και οι κρατικές παρεμβάσεις επηρεάζουν καθοριστικά τις τελικές τιμές για τους καταναλωτές.
Ακόμη, η προσαρμογή των τιμών φυσικού αερίου σε όρους αγοραστικής δύναμης, επιβεβαιώνει ότι οι ονομαστικές χαμηλές τιμές δεν συνεπάγονται πάντα και χαμηλό πραγματικό κόστος. Για παράδειγμα, η Σουηδία παραμένει μια ακριβή αγορά, ενώ η Βόρεια Μακεδονία αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση, με υψηλό κόστος σε όρους αγοραστικής δύναμης, παρά τις μέτριες ονομαστικές τιμές.

(Τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά, α΄εξάμηνο 2025 (ευρώ ανά 100 kwh) Πηγή: Eurostat)
Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη
Η εικόνα που αποτυπώνουν τα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο εξάμηνο του 2025 αναδεικνύει μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων στο ενεργειακό κόστος. Η Ελλάδα κινείται σταθερά στη ζώνη των χωρών με μεσαίο προς υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς όμως να συγκαταλέγεται στις πιο ακριβές αγορές της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γερμανία ή το Βέλγιο.
Σε ονομαστικούς όρους (ευρώ ανά 100 kWh), η Ελλάδα παραδοσιακά τοποθετείται εγγύς το μέσου όρου της Ε.Ε., με τις τελικές τιμές για τα νοικοκυριά να επιβαρύνονται σημαντικά από τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις που επιβάλουν ο ΔΕΔΔΗΕ και ο ΑΔΜΗΕ, τα τέλη δικτύων και τους έμμεσους φόρους.
Ωστόσο, η πραγματική επιβάρυνση για τα ελληνικά νοικοκυριά γίνεται πιο εμφανής όταν οι τιμές προσαρμόζονται σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS). Εκεί, η Ελλάδα πλησιάζει ή ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά το γεγονός ότι δεν ανήκει στις ακριβότερες χώρες σε απόλυτους αριθμούς.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ένα ελληνικό νοικοκυριό δαπανά μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού του για ηλεκτρική ενέργεια, σε σύγκριση με ένα γερμανικό ή γαλλικό, ακόμη κι αν η τιμή ανά kWh είναι χαμηλότερη.
Η ελληνική αγορά επηρεάζεται από μια σειρά παράγοντες, όπως η υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ). Παρά τη σημαντική διείσδυση των ΑΠΕ, ο τιμές καθορίζονται συχνά από τις ακριβότερες μονάδες αερίου.
Ακόμη, επηρεάζεται από τις πιο περιορισμένες ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Σε αντίθεση με τις σκανδιναβικές χώρες, ή την Γαλλία, η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκές βάθος διασύνδεσης με φθηνότερες αγορές, γεγονός που αυξάνει τη μεταβλητότητα των τιμών.
Σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση υψηλότερων τελικών τιμών για τον καταναλωτή αποτελούν, επίσης, τα κυμαινόμενα τιμολόγια (πράσινα) που μεταφέρουν άμεσα τη διακύμανση της χονδρεμπορικής τιμής στην τελική τιμή, και επηρεάζουν ευθέως τα νοικοκυριά σε περιόδους έντονων ανοδικών διακυμάνσεων.
Όσον αφορά στο φυσικό αέριο, η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται ούτε στις ακριβότερες ούτε στις φθηνότερες χώρες της Ευρώπης. Παρά ταύτα, η έκθεσή της στις διεθνείς τιμές LNG καθιστά την εγχώρια αγορά εξαιρετικά ευάλωτη και αυτό λόγω της σχεδόν πλήρους εξάρτησης από εισαγωγές, κυρίως LNG, και τις περιορισμένες δυνατότητες σύναψης μακροχρόνιων συμβολαίων (PPA’s.
Επιπλέον, η υψηλή συμμετοχή του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, συνδέει άμεσα τις τιμές του ρεύματος με τις διακυμάνσεις των τιμών του ορυκτού καυσίμου.
Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα πλησιάζει ξανά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που εξηγεί γιατί, παρά τις “λογικές” ονομαστικές τιμές, τα τιμολόγια θέρμανσης παραμένουν ακριβά για τα νοικοκυριά.
Συνοπτικά, η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου το 2025 δεν ήταν μεν η ακριβότερη στην Ευρώπη, αλλά συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που επηρεάζει περισσότερο τα νοικοκυριά, καθώς το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή ανά ΚWh, αλλά η
Σύνδεση τιμών–εισοδημάτων, η εξάρτηση από το φυσικό αέριο, και η περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των ακραίων διακυμάνσεων από την Πολιτεία ή την αγορά καθαυτή. Είναι άλλωστε, η αιτία για την οποία κάθε ενεργειακή κρίση σημαίνει αυξημένους λογαριασμούς για τα ελληνικά νοικοκυριά.