Οι Προκλήσεις του 2026 στη Διπλωματική Σκακιέρα

Οι Προκλήσεις του 2026 στη Διπλωματική Σκακιέρα
του Κωνσταντίνου Φίλη*
Τρι, 13 Ιανουαρίου 2026 - 15:53

Το 2025 ήταν μια χρονιά σχετικά, έως και αρκετά, πετυχημένη τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Τουρκία. Η Αθήνα αποτύπωσε για πρώτη φορά σε χάρτη τα απώτατα δυνητικά όρια δικαιοδοσίας της επί των θαλασσίων ζωνών, εν συνεχεία χωροθέτησε δύο θαλάσσια πάρκα, ένα εκ των οποίων (στις νότιες Κυκλάδες) αφορά την καινοφανή τουρκική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών», ενώ η επικείμενη δραστηριοποίηση της Chevron νοτίως της Kρήτης οδηγεί στην εν τοις πράγμασι αναγνώριση των ελληνικών θέσεων από πλευράς ενός παγκόσμιου κολοσσού ενέργειας

Η Αγκυρα κατάφερε να δημιουργήσει ευνοϊκό μομέντουμ με την ανατολική Λιβύη, επομένως αποτελεί θετική εξέλιξη ότι δεν κυρώθηκε η συμφωνία από το κοινοβούλιο αυτής και ασφαλώς ο στόχος είναι να μην προκύψει κάποια ανατροπή ούτε το 2026.

Είναι πάντως πιθανό το 2026, σε αντίδραση στις ενέργειες της Ελλάδας στη διπλωματική σκακιέρα της ανατολικής Μεσογείου και σε απάντηση στη βαθιά ενοχλητική σύμπραξη Αθήνας – Λευκωσίας – Ιερουσαλήμ, η Αγκυρα να ενεργοποιήσει με τη διεξαγωγή σεισμικών ερευνών το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο (κρίσιμο σε κάποια σημεία), να πιέσει για την επικύρωσή του από το κοινοβούλιο και να συστηματοποιήσει τη στρατιωτική παρουσία της νοτίως της Κρήτης. Από την άλλη, η Ελλάδα, όχι μόνο πρέπει να επιταχύνει τη διεξαγωγή των πρώτων σεισμικών ερευνών εκ μέρους της Chevron, αλλά και να προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών της υδάτων στην εν λόγω περιοχή. Σε περίπτωση που κάποιες από τις παραπάνω ενέργειες λάβουν χώρα, η ένταση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία θα ανέβει, ενδεχομένως και κατακόρυφα.

Η Τουρκία προσέγγισε την Αίγυπτο, σε μια προσπάθεια να εξευρεθεί ένα modus operandi μεταξύ των, ώστε να μετριαστεί και η δυναμική των ελληνοαιγυπτιακών σχέσεων. Η μεν Αγκυρα υπολογίζει την επιρροή της Αιγύπτου στη Λιβύη, το δε Κάιρο δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη του τη διείσδυση της Τουρκίας στην Αφρική και τον συνακόλουθο λόγο που έχει σε κάποιες από τις περιφερειακές διεργασίες.

Η Ελλάδα πέρασε μια δύσκολη περίοδο στις σχέσεις με την Αίγυπτο λόγω της Μονής Σινά, ωστόσο συνέβαλε καθοριστικά στην απελευθέρωση κοινοτικών κονδυλίων για την υποστήριξη της αιγυπτιακής οικονομίας και το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα πρόκειται να διεξαχθεί τριμερής, με τη συμμετοχή και της Κύπρου, σε μια προσπάθεια της Αθήνας να καταδείξει ότι δεν στοχεύει στη δημιουργία μετώπων εις βάρος τρίτων κρατών, όπως και να ξαναπιάσει το νήμα των σχέσεών της με τον αραβικό κόσμο.

Μπορεί ο Ερντογάν να είναι σε θέση να «διαβάζει» τον Τραμπ, εντούτοις η θέση της Ελλάδας στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον και η επιρροή του Ισραήλ συρρικνώνουν τα περιθώρια ελιγμών για τον πρόεδρο της Τουρκίας.

Υπό την παρούσα αμερικανική ηγεσία η Ελλάδα πρέπει να δώσει σάρκα και οστά στον τίτλο του σταθεροποιητικού παράγοντα στην περιοχή. Προς αυτή την κατεύθυνση αναμένονται κινήσεις προσέγγισης με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία – στη μεν περίπτωση της πρώτης με την από κοινού παραπομπή του ζητήματος των θαλασσίων ζωνών στη Χάγη, ενώ για τη δεύτερη, μέσω ενός επενδυτικού μπαράζ, επιχειρώντας να καλύψουμε μέρος του χαμένου χρόνου και εδάφους. Και στις δύο περιπτώσεις, ειδικότερα σε σχέση με την Αλβανία, η Τουρκία θα προσπαθήσει να θέσει εμπόδια.

Σε κάθε περίπτωση, λόγω της πρόωρης ανακίνησης της διαδοχής Ερντογάν, εύλογα αναμένονται διακυμάνσεις και στα ελληνοτουρκικά. Το στρατιωτικό κατεστημένο, άλλωστε, θέλει να επιστρέψει στη δική του κανονικότητα, αυτή της ελεγχόμενης έντασης και των παραβιάσεων του εναερίου χώρου μας, προκειμένου έτσι να υπενθυμίζει τις τουρκικές θέσεις, αλλά και να εκφράζεται μέσω αυτών και η ενόχλησή του ανάλογα με την περίσταση. Ειδικότερα δε η στρατιωτική συνεργασία μας με το Ισραήλ αποτελεί για την Αγκυρα στρατηγικό εφιάλτη. Σε μια, πάντως, προωθημένη σκέψη, κατόπιν των εκλογών στο Ισραήλ, που θα διεξαχθούν το 2026, η Ελλάδα μπορεί να συμβάλει και να κεφαλαιοποιήσει –και σε σχέση με την αμερικανική ηγεσία– τον μετριασμό της πολυεπίπεδης έντασης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Είναι εξίσου σημαντική η παρουσία μας στη Γάζα σε όλες τις εκφάνσεις, όχι μόνο δηλαδή στην ανοικοδόμησή της.

Ο Ερντογάν έχει το πλεονέκτημα να συνομιλεί με σχετική εμπιστοσύνη με τον Αμερικανό ομόλογό του και να επηρεάζει μερικώς τις έτσι κι αλλιώς ευμετάβλητες απόψεις του. Παρ’ όλα αυτά, πέρα από τα θερμά λόγια και τη στήριξη του καθεστώτος στη Συρία, που ωστόσο ικανοποιεί περισσότερα μέρη από την Τουρκία, δύο από τα ακανθώδη ζητήματα –των Κούρδων της Συρίας και των F-35– παραμένουν ανεπίλυτα. Δεδομένου ότι επίκεινται ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ο Τραμπ πιθανότατα εντός του έτους θα έχει μικρότερες δυνατότητες επιβολής των πολιτικών του, ο Τούρκος πρόεδρος θα πρέπει να κινηθεί γρήγορα και στα δύο ζητήματα, ειδικότερα δε σε σχέση με τα μαχητικά αεροσκάφη. Μπορεί να είναι σε θέση να «διαβάζει» τον Τραμπ, εντούτοις η θέση της Ελλάδας στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον και η επιρροή του Ισραήλ στα κέντρα λήψης αποφάσεων συρρικνώνουν τα περιθώρια ελιγμών του Ερντογάν και δυσχεραίνουν σκέψεις για πρόκληση σοβαρού επεισοδίου. Ακόμη κι αν υποθέτει ότι η στάση του Τραμπ θα κατέληγε περισσότερο ευνοϊκή για την Τουρκία.

Η Ελλάδα έχει ορίσει σε σημαντικό βαθμό τη διμερή ατζέντα, επομένως δεν έχει λόγο να καθυστερεί τη συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών. Γιατί μάλιστα έχει σωρευθεί ενόχληση στην άλλη πλευρά, επιπροσθέτως των παραπάνω και λόγω SAFE. Επειδή το 2026 θα είναι χρονιά εκατέρωθεν προδραστικών και αντιδραστικών ενεργειών, προκειμένου να μην ξεφύγει η κατάσταση πέραν συγκεκριμένων ορίων, πρέπει να επικαιροποιηθεί η διάτρητη πλέον Διακήρυξη των Αθηνών με τον ορισμό ενός οδικού χάρτη που θα προσδώσει ουσιαστική προοπτική μετά το 2028.

*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

(από την εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ")

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr

Διαβάστε ακόμα