Για πρώτη φορά από την αρχή του πολέμου με την ρωσική εισβολή το 2022 είμαστε μπροστά σε μια ουσιαστική διαπραγμάτευση για μια συμφωνία ειρήνευσης. Αυτή τη φορά υπάρχει ένα σχέδιο προς συζήτηση. Σύμφωνα με τις αναφορές των διεθνών μέσων, η διαπραγμάτευση εξελίσσεται με τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος και «διαμερισματοποιημένη». Οι ΗΠΑ παρουσίασαν ένα αρχικό σχέδιο 28 σημείων στην Ουκρανία.
Το αποτέλεσμα των συζητήσεων στην Γενεύη υπήρξε μία νέα εκδοχή 19 σημείων αρκετά βελτιωμένη και εγγύτερα σε κάποιες από τις βασικές Ουκρανικές θέσεις. Εδώ η παρέμβαση των Ευρωπαίων υπήρξε σημαντική. Κατόπιν αυτό το σχέδιο είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας στο Αμπού Ντάμπι. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διαδικασία εξελίσσεται ενώ ο πόλεμος μαίνεται. Και μάλλον δεν υπήρχε άλλη λύση καθώς η Ρωσία σε καμία στιγμή αυτών των σχεδόν τεσσάρων χρόνων δεν ήταν διατεθειμένη να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός.
Η Μόσχα ήθελε η στρατιωτική πίεση προς την Ουκρανία να είναι συνεχής. Αυτή η επιλογή διευκολύνθηκε από την στάση του Προέδρου Τραμπ, ο οποίος από την επομένη της ανάληψης των καθηκόντων του έστειλε το μήνυμα ότι η αμερικανική υποστήριξη στην Ουκρανική αντίσταση ουσιαστικά μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης προς το Κίεβο.
Παρά την γενικότερη αντίληψη, το εδαφικό ζήτημα δεν είναι το μεγαλύτερο αγκάθι. Το Κίεβο και οι υποστηρικτές του έχουν αποδεχθεί ότι ο ακρωτηριασμός της Ουκρανίας είναι μη ανατάξιμος. Και εδώ είναι ένα σημείο κρίσιμο για όλους και για την Ελλάδα και την Κύπρο. Ενα μεγάλο μεταπολεμικό ταμπού έσπασε. Τα σύνορα ως θεμέλιο της διεθνούς πολιτικής και η αρχή ότι δεν αλλάζουν με την βία ως βασική αρχή της διεθνούς νομιμότητας έχουν σχετικοποιηθεί στην ανατολική Ουκρανία. Τα σύνορα μπορεί να αλλάξουν με την χρήση στρατιωτικής βίας και το αποτέλεσμα μιας εισβολής μπορεί να νομιμοποιηθεί.
Η επόμενη μέρα θα είναι τελείως διαφορετική, έστω και αν πολλοί και πολλές υποστηρίξουν ότι πρόκειται για εξαίρεση. Και βεβαίως, όπως όλα στην ιστορία των διεθνών σχέσεων, έτσι και εδώ η νέα συνθήκη είναι αποτέλεσμα των πράξεων των μεγάλων δυνάμεων. Ο Θουκυδίδης παραμένει πάντοτε επίκαιρος. Υπάρχει και άλλη μια επιβεβαίωση ή υπενθύμιση. Ο κατευνασμός σχεδόν ποτέ δεν λειτουργεί. Η de facto αποδοχή των τετελεσμένων του 2014 έφερε την εισβολή του 2022 και μια συμφωνία που θα προσφέρει την de jure αποδοχή των αποτελεσμάτων της ρωσικής εισβολής δεν πρόκειται να κατευνάσει την Μόσχα στην σταθερή προσπάθειά της να αλλάξει την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων σύμφωνα με τις «αυτοκρατορικές» επιδιώξεις. Το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης δεν είναι άλλο από το μέλλον της Ουκρανίας, δηλαδή το τι είδους κράτος θα είναι η Ουκρανία μετά την συμφωνία. Αν η Ρωσία με την «βοήθεια» της Διοίκησης Τραμπ τα καταφέρει, τότε η Ουκρανία θα μετατραπεί σταδιακά σε ένα κράτος υποτελές (vassal state) στην Ρωσία. Η ουκρανική κοινωνία δεν θα μπορεί να αποφασίσει δημοκρατικά για το μέλλον της και σταδιακά θα πάψει να είναι δημοκρατία. Η σχέση της με την Ευρώπη θα είναι υπονομευμένη και το φάσμα της ρωσικής απειλής θα διαμορφώνει με δραματικό τρόπο την πολιτική, οικονομική και κοινωνική φυσιογνωμία της.
Η Ευρώπη σε μία τέτοια κατάσταση πραγμάτων θα βρεθεί σε σταυροδρόμι. Είτε θα αποδεχθεί την Ρωσία ως ένα παράγοντα που θα μπορεί να ασκεί βέτο στις εξελίξεις σε ολόκληρη την ήπειρο είτε θα αποφασίσει να υπερασπιστεί το δημοκρατικό της κεκτημένο διαμορφώνοντας μια στρατηγική αξιόπιστης ανάσχεσης που θα διατηρήσει την ειρήνη και θα αναγκάσει την Ρωσία να εγκαταλείψει τις ιμπεριαλιστικές της λογικές. Τίποτε δεν είναι πιο δύσκολο από αυτό. Οχι γιατί απαιτούνται θυσίες, αλλά γιατί απαιτείται υπέρβαση του παραδοσιακού ευρωπαϊκού κατακερματισμού εκεί που χτυπά η καρδιά της εθνικής κυριαρχίας.
Για την Ελλάδα, η επόμενη μέρα δεν θα έχει λιγότερες προκλήσεις. Η «επαναφορά» της Ρωσίας σε μια κανονικότητα στα μάτια του Λευκού Οίκου, μπορεί να αφαιρέσει από τις Αμερικανοτουρκικές σχέσεις ένα σημαντικό εμπόδιο. Βεβαίως το όφελος από την ειρήνη είναι μεγαλύτερο, αλλά η Τουρκία θα «απεγκλωβιστεί» από ένα κρίσιμο στρατηγικό δίλημμα και θα μπορέσει ευκολότερα να προσεγγίσει την Ουάσιγκτον χωρίς να χρειάζεται να διαρρήξει τις σχέσεις της με την Μόσχα. Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση μπορεί να αποκτήσει άλλες (αρνητικές) διαστάσεις στον στρατηγικό υπολογισμό της Ουάσιγκτον αν η Άγκυρα αρχίσει να ευθυγραμμίζεται με τις αμερικανικές προτιμήσεις χωρίς να έχει κόστος στις σχέσεις της με την Μόσχα.
Οσο για τις απειλές που κατά καιρούς εκτοξεύει η κα Ζαχάροβα δεν είναι υπαρξιακές, αλλά η Αθήνα θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για μια ρωσική στρατηγική υπονόμευσης της ελληνικής δημόσιας σφαίρας, με τις κλασσικές πλέον υβριδικές τακτικές της παραπληροφόρησης και της έμμεσης, παρασκηνιακής υποστήριξης όλων εκείνων, αντιδημοκρατικών στην ουσία τους, πολιτικών και οικονομικών «κοινοτήτων» που απεχθάνονται τον δυτικό, φιλελεύθερο «γενετικό κώδικα» της χώρας. Σε αυτή την πρόκληση δεν υπάρχει άλλο αντίδοτο από την ενίσχυση της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ανθεκτικότητας της Ελλάδος και της Κύπρου και την ενίσχυση της θέσης τους σε μια εκ νέου σφυρηλατημένης ευρωπαϊκής ενότητας. Η πρόκληση είναι τεράστια.
* O Κώστας Υφαντής είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων
(από Protagon.gr)