πολυεθνική Freedom First και με στόχο την ενίσχυση των συνεργασιών και των επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα της βορειοαφρικανικής χώρας.
Σχολιάζοντας την είδηση, η Φάουστα Κιέσα, οικονομική συντάκτρια της ιταλικής Corriere della Sera, γράφει, πως περισσότερο από την πρόθεση της Λιβύης να επιστρέψει δυναμικά στη διεθνή σκηνή ως μία εκ των κορυφαίων πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Αφρικής, επιβεβαιώνει την έντονη δραστηριότητα που έχουν αναπτύξει το τελευταίο διάστημα οι ΗΠΑ, οι οποίες ήδη παράγουν περισσότερο πετρέλαιο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο – πάνω από 13 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2024.
Οι αμερικανικές βλέψεις
Οσο για το έντονο αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Λιβύη, «oι ΗΠΑ στοχεύουν στην εξάλειψη της Ρωσίας ως προμηθευτή ενέργειας της Ευρώπης», γράφει η ιταλίδα δημοσιογράφος, κάνοντας λόγο για έναν «νέο χάρτη του πετρελαίου» που αναδιαμορφώνεται επί τη βάσει της φιλοδοξίας των ΗΠΑ να καταστούν καθαρός εξαγωγέας και του εμπάργκο που επιβλήθηκε στη Μόσχα μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Η Ρωσία, παρά τις κυρώσεις, κατάφερε να σταθεροποιήσει την παραγωγή της σε περίπου 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, αν και το Κίεβο, με τις πρόσφατες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ρωσικά διυλιστήρια και άλλες πετρελαϊκές υποδομές, κατάφερε ισχυρά πλήγματα στην παραγωγική ικανότητα της χώρας.
Από τότε που τέθηκε σε ισχύ το εμπάργκο της Δύσης στο ρωσικό πετρέλαιο, η Μόσχα πουλάει κυρίως στην Ινδία, η οποία πλέον εισάγει από τη Ρωσία έως και το 38% του πετρελαίου που καταναλώνει συνολικά (από λιγότερο του 2% προτού ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022), αγοράζοντας το βαρέλι από 40 έως 50 δολάρια, αντί να καταβάλλει περί τα 70 δολάρια στις διεθνείς αγορές (εξ ου και οι «τιμωρητικοί» δασμοί ύψους 50% που επέβαλε στη χώρα ο Ντόναλντ Τραμπ).
«Η Κίνα και η Ινδία απορροφούν μόνες τους περίπου το 90% των ρωσικών εξαγωγών. Η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, αγοράζει επίσης ρωσικό αργό πετρέλαιο. Παρά τις κυρώσεις, η Ρωσία κατάφερε να διοχετεύει τα 5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα που προορίζονται για εξαγωγές στην Ασία, πουλώντας σε τιμές πολύ χαμηλότερες από τις τιμές της αγοράς», παρατήρησε, μιλώντας στην Corriere della Sera, ο Τζάνι Μουράνο, πρόεδρος της UNEM, μιας ένωσης που εκπροσωπεί τις κύριες πετρελαϊκές/ενεργειακές εταιρείες της Ιταλίας.
Η συμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ
Σε έναν κόσμο όπου η ζήτηση πετρελαίου συνεχίζει να αυξάνεται κατά πολλές εκατοντάδες χιλιάδες έως και ένα εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν τις εξαγωγές, από 2,9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2019, σε 4,2 εκατομμύρια βαρέλια το 2024.
Ομως το τοπίο, όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια, θα μπορούσε να αλλάξει ξανά, καθώς στη συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τις Βρυξέλλες για τους δασμούς προβλέπεται η αγορά αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων, περιλαμβανομένου, φυσικά, και του αργού πετρελαίου, συνολικής αξίας 750 δισ. δολαρίων. Το 2024 οι ΗΠΑ ήταν ήδη ο κορυφαίος εξαγωγέας πετρελαίου στην Ευρωπαϊκή Ενωση (17 % επί του συνόλου των εισαγωγών της ΕΕ).
Protagon.gr