Κάθε φάση του κύκλου των επιτοκίων έχει τις δικές της παρενέργειες, προκαλεί τις δικές της αναταράξεις. Σήμερα έχουμε μπει σε απότομα ανοδική φάση. Τι συνεπάγεται αυτή; Εως πρόσφατα, μια επιχείρηση με υψηλή αξιολόγηση μπορούσε να δανειστεί με επιτόκιο ίσο με το euribor (που στην πράξη ήταν μηδενικό), προσαυξημένο κατά 3-3,5 ποσοστιαίες μονάδες. Τώρα που το euribor κυμαίνεται περί τις 2,5 ποσοστιαίες μονάδες,

το κόστος δανεισμού της έχει εκτιναχτεί στο 5,5%-6%. Μια επιχείρηση, για παράδειγμα, που είχε 20 εκατ. ευρώ δάνεια, με επιτόκιο 3,5%, πλήρωνε τόκους 700.000 ευρώ. Τώρα, για τα ίδια δάνεια, με επιτόκιο 6% πρέπει να πληρώνει τόκους 1,2 εκατ.

Υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Η αύξηση των επιτοκίων είναι γενικευμένη μεν, αλλά όχι τόσο γενικευμένη ώστε να ισχύει για όλα τα τραπεζικά προϊόντα. Στα καθ’ ημάς, η αύξηση ισχύει μεν για τα δάνεια που έχουν δοθεί από τις τράπεζες, αλλά (ως συνήθως…) δεν ισχύει για τις καταθέσεις που έχουν γίνει σε αυτές.

Αν, λοιπόν, η εν λόγω επιχείρηση έχει και κάποια εκατομμύρια ευρώ καταθέσεις, αυτές δεν θα της αποφέρουν οποιοδήποτε κέρδος. Αν, ωστόσο, καταθέσει αυτά τα κεφάλαια, για παράδειγμα, σε κάποιο private banking στο Λονδίνο ή το Λουξεμβούργο, μπορεί να εισπράττει απόδοση 0,60% για διάρκεια ενός μηνός και πάνω από 2% για προθεσμιακή κατάθεση διάρκειας έτους. Αν έτσι συνεχιστούν τα πράγματα σε εμάς, αν οι τράπεζες συνεχίσουν να παρακρατούν όλο το κέρδος από την άνοδο των επιτοκίων και δεν δίνουν τίποτα (ή δώσουν κάτι ελάχιστο) στους καταθέτες, ο κίνδυνος διαρροής καταθέσεων γίνεται πραγματικός.

Πέραν των επιχειρήσεων, η απότομη άνοδος των επιτοκίων παράλληλα προκαλεί μεγάλα έως ανυπέρβλητα προβλήματα και σε χιλιάδες νοικοκυριά, και δη σε όσα ασθενέστερα εξ αυτών η ενεργειακή-οικονομική κρίση βρήκε φορτωμένα με πρόσφατο στεγαστικό δάνειο, με επιτόκιο euribor ή ΕΚΤ.

Κατά κανόνα, στο πρώτο μισό της χρονικής διάρκειας ενός στεγαστικού δανείου αποπληρώνονται βασικά οι τόκοι και στο δεύτερο μισό αποπληρώνεται βασικά το κεφάλαιο. Στην περίπτωση στεγαστικού 25ετούς διάρκειας, όσοι το πήραν πριν από το 2005 δεν τους αγγίζει η νέα επιβάρυνση, όμως οι μετέπειτα δανειολήπτες θα ταλαιπωρηθούν λιγότερο ή περισσότερο.

Αυτό θα είναι ένα πρόβλημα που θα προστεθεί σε όσα ήδη ταλανίζουν ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας, ενώ τα πιο ευάλωτα ελληνικά νοικοκυριά κινδυνεύουν να τσακίσουν. Το δείχνουν οι στατιστικές: Η Ελλάδα είναι στην τετράδα των ευρωπαϊκών χωρών στις οποίες αυξήθηκε ο πληθυσμός που είναι αντιμέτωπος με κίνδυνο φτώχειας και μεγαλώνουν οι εισοδηματικές ανισότητες.

Συνοψίζω:

(α) Εξαιτίας της απότομα ανοδικής φάσης του κύκλου των επιτοκίων διακρίνεται στον ορίζοντα κίνδυνος μεγάλης ταλαιπωρίας επιχειρήσεων και νοικοκυριών και αύξησης των κόκκινων δανείων – κάτι μέχρι σήμερα φαινόταν να είναι ένα πιεστικό, αλλά, πάντως, διαχειρίσιμο πρόβλημα.

(β) Οι δυνατότητες κρατικής υποστήριξης αμφισβητούνται, γιατί την προηγούμενη διετία μοιράστηκε ένα απίστευτο, δυσθεώρητο ποσό, σχεδόν 57 δισ. ευρώ, με τρόπο χαλαρό, πελατειακό, χωρίς αυστηρά κριτήρια δικαιοσύνης και ανάπτυξης. Ετσι, στον δεύτερο γύρο κρατικών ενισχύσεων (όταν το Βερολίνο, για παράδειγμα, αποφασίζει να ρίξει 200 δισ. ευρώ για να στηρίξει νοικοκυριά και, κυρίως, γερμανικές επιχειρήσεις…) η Αθήνα βρίσκεται σε θέση αδυναμίας.

(γ) Και οι τράπεζες; Λόγω των «ουρανοκατέβατων» εσόδων τους από την αύξηση των επιτοκίων, έχουν τη δυνατότητα να θωρακιστούν, παίρνοντας επιπλέον προβλέψεις έναντι νέων κινδύνων. Το θέμα είναι τι θα κάνουν για την κοινωνία και την οικονομία της χώρας.

*Από kathimerini.gr

Διαβάστε ακόμα