Λεηλασία της Ζωής μας

Ο μηδενιστικός «εκσυγχρονισµός» µάχεται φανατισµένα να αποδεσµεύσει την «πόλιν» από τα «ιερά» της, την πολιτική από κάθε «νόηµα» ή στόχο πέρα από τη στυγνή χρησιμότητα. Και η θεσμοποιημένη μεταφυσική («επικρατούσα θρησκεία») πασχίζει πεισματικά και απερίσκεπτα να αποδείξει ότι το απολακτιζόμενο από τους «εκσυγχρονιστές» νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης δεν είναι παρά απλό συναίσθημα «θρησκευτικό» ιδεολογικοποιημένο ψυχολόγημα. Η κάθε πλευρά μάχεται να ευτελίσει αυτό που έχει και να προσλάβει αυτό που την ακυρώνει: Η πολιτική αγωνίζεται να απεκδυθεί τον κοινωνικό της χαρακτήρα, τη σκοποθεσία σχέσεων κοινωνίας «κατ’ αλήθειαν» βίου, αποτροπής της αλλοτρίωσης του ανθρώπου

energia.gr
Παρ, 26 Αυγούστου 2022 - 14:12

Θεωρείται «προοδευτική» η πολιτική που ταυτίζεται με μια «πρακτική της συλλογικότητας», λογιστικές διευθετήσεις της οικονομίας, τεχνοκρατικές ρυθμίσεις για τη γενικευμένη, ακώλυτη καταναλωτική αποχαύνωση.

Από τη δική της πλευρά, η θεσμοποιημένη μεταφυσική προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να αποποιηθεί τον προβληματισμό και τη γλώσσα που φωτίζει το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου. Προτιμάει συναισθηματικές παρηγόριες, πληθωρικές ηθικολογίες, άσχετες με την εμπειρία, ψυχολογικές «βεβαιότητες» που λανσάρονται σαν «πίστη». Παραιτείται από την υποστατική πραγματικότητα της αλήθειας της (από το κοινωνικό σώμα της ενορίας και επισκοπής), επιχειρεί να διασωθεί ως θεσμοποιημένη από το κράτος ιδεολογία. Δεν αντιλαμβάνεται τον ιλιγγιώδη πολιτισμό στον οποίο σαρκώθηκε το «ευαγγέλιό» της.

Περίεργες αναλογίες αμοιβαίων εξομοιώσεων: Οι διαχειριστές του μηδενιστικού «εκσυγχρονισμού» παλεύουν, με νύχια και με δόντια, να υποκαταστήσουν την πολιτική «πράξη» με σκηνοθετημένες εντυπώσεις, το άθλημα της ποιότητας και κοινωνικής προσφοράς με τη φιγουρατζίδικη ευτέλεια. Ο πήχυς των επιδιώξεών τους δεν μπορεί να ανεβεί ψηλότερα από την ψηφοθηρία. Είναι το μέγιστο που μπορούν να φιλοδοξήσουν, το βλέπει κανείς στην ιταμότητα των φυσιογνωμιών και των λόγων τους. Αφρίζουν στα τηλεοπτικά «παράθυρα», μαίνονται υστερικά και εξευτελίζονται, προκειμένου να εξαλείψουν κάθε μνεία «ιερότητας» από την «πόλιν», να ισοπεδώσουν τη ζωή στο επίπεδο των «δικαιωμάτων».

Γιατί; Ισως επειδή το «ιερό» παραπέμπει σε ποιότητες που συντρίβουν τα δικά τους σπιθαμιαία αναστήματα, καταδείχνουν μικρονοϊκή τη λογική του μηδενισμού, τρομακτικό τον επικείμενο θάνατο του θωρακισμένου με «δικαιώματα» ατόμου.

Από την άλλη μεριά, οι δοκούντες άρχειν των θρησκευτικών θεσμών μάς αφήνουν ενεούς με την ανάγκη που έχουν να μεταφράζουν την οντολογία (το «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης) σε φτηνό ψυχολόγημα, σε γλώσσα ωφελιμιστικής ιδιοτέλειας, γλώσσα εξουσίας και «έργων αξιομισθίας». Δίχως αυτή την εξουσιαστική επένδυση δεν μπορούν να πουν τι επαγγέλλονται, χρειάζονται την εξουσιαστική σκηνοθεσία για να εκπροσωπήσουν την ελπίδα νίκης της ζωής καταπάνω στον θάνατο.

Τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια πολιτισμού των Ελλήνων συνιστούν απτό θησαύρισμα στη ζωντανή (ακόμα) ορθόδοξη εκκλησιαστική λατρεία: Εκεί η συνέχεια της αρχαιοελληνικής πολιτικής, η «εκκλησία του δήμου» ως εκκλησία των πιστών. Εκεί η συνέχεια της τραγωδίας, η δραματουργία που λειτουργεί ως αποκάλυψη. Εκεί η διαχρονική συνέχεια της γλώσσας από τον Ομηρο ώς τον Παπαδιαμάντη, σε κάθε εσπερινό και όρθρο. Η συνέχεια της ποίησης αδιάπτωτη, η συνέχεια της μουσικής, της ζωγραφικής από τα Φαγιούμ ώς τον Θεόφιλο.

Αλλά «οι δοκούντες άρχειν» των θεσμών αντιπαρέρχονται πανάσχετοι το ιλιγγιώδες έργο που κλήθηκαν να διακονήσουν. Εχουν στα χέρια τους διαμάντια, και αυτοί μάχονται για χρωματιστά γυαλιά.

Η κάθε πλευρά παλεύει να απωθήσει αυτό που έχει, να προσλάβει αυτό που την ακυρώνει. Οι πολιτικοί αγνοούν ή προσπερνάνε αδιάφοροι κάθε ενδεχόμενο να νοηματοδοτήσουν το έργο τους με τη γόνιμη ετερότητα της παράδοσης (δηλαδή του πολιτισμού) των Ελλήνων. Μάχονται τον πολιτισμό (την εμπειρική μεταφυσική παράδοση των Ελλήνων) πιθηκίζοντας ετεροχρονισμένο τον αντικληρικαλισμό του 18ου αιώνα στη Δύση. Και από την άλλη μεριά, οι «θρησκευτικοί άρχοντες» ούτε που υποψιάζονται την πολιτισμική παράδοση που θα μπορούσαν να συνεχίζουν.

Η παρακμή στην κυριολεξία της.

(του Χρήστου Γιανναρά, από την εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ")