Γ. Θωμάς: "Έως το 2030 η Ελλάδα θα έχει Μετατραπεί σε Εξαγωγέα Ενέργειας"

Γ. Θωμάς:
του Αδάμ Αδαμόπουλου
Παρ, 29 Νοεμβρίου 2019 - 03:12

Σε μια πλήρη περιγραφή των όσων περιέχονται στο νέο Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που έχει τεθεί ήδη από το απόγευμα της Πέμπτης σε Δημόσια Διαβούλευση, προέβη ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αρμόδιος για θέματα ενέργειας και φυσικών πόρων, Γεράσιμος Θωμάς, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο ΥΠΕΝ. Όπως δήλωσε ο υφυπουργός, ο οποίος προεδρεύει της Επιτροπής για το ΕΣΕΚ, το Σχέδιο αποτελεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική με ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους και προτεραιότητες, έως το 2030.

«Είναι ένα σχέδιο με πρόσημο εξωστρέφειας, που προωθεί την ασφάλεια εφοδιασμού της Ελλάδας και την προσπάθεια ανάδειξης της χώρας ως ενεργειακού κόμβου στην περιοχή των Βαλκανίων, επιδιώκοντας παράλληλα να αξιοποιήσει στο μέγιστο τους διαθέσιμους πόρους για επενδύσεις ώστε να τονωθεί η ανάπτυξη και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας», είπε ο υφυπουργός και πρόσθεσε: «Στρατηγική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι οι  στόχοι που τίθενται στο πλαίσιο του ΕΣΕΚ να συμβάλλουν καθοριστικά στην απαραίτητη ενεργειακή μετάβαση με τον πιο οικονομικά ανταγωνιστικό τρόπο για την εθνική οικονομία και να τοποθετήσουν τη χώρα στο επίκεντρο των εξελίξεων της Ενεργειακής Ένωσης τόσο για το 2030 όσο και μακροπρόθεσμα για το 2050.»

Ο κ. Θωμάς υπογράμμισε ότι μέσα από τα μέτρα του ΕΣΕΚ οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας θα αναδειχθούν ως ο βασικός εγχώριος ενεργειακός πόρος.  Στόχος είναι η αύξηση της συμμετοχής τους στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στο 35% έως το 2030 (από 18% σήμερα). Ο δε στόχος που έχει τεθεί για την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου υπερβαίνει σε φιλοδοξία τον κεντρικό στόχο της ΕΕ και προσεγγίζει τον νέο στόχο 50% που θα θέσει η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ο υφυπουργός Ενέργειας αναφέρθηκε και στις θετικές οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει η υλοποίηση του ΕΣΕΚ, καθώς εκτιμάται ότι για την περίοδο 2020-2030 θα κινητοποιήσει ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις συνολικού ύψους 43,8 δις. ευρώ (έναντι 33-34 δις. ευρώ που προέβλεπε το αρχικό ΕΣΕΚ που είχε υποβληθεί στην Επιτροπή στις αρχές του έτους), με διασπορά σε πολλούς τομείς της οικονομίας και σε όλη τη χώρα. Στο επίκεντρο της επενδυτικής δραστηριότητας αναμένεται να βρεθούν τα νέα έργα ΑΠΕ,  τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, οι αγωγοί και οι αποθήκες φυσικού αερίου, οι δράσεις ενεργειακής απόδοσης,  η διαχείριση αποβλήτων και τα μέτρα προώθησης της κυκλικής οικονομίας.

«Σε όσους μας κάνουν κριτική, απαντάμε ότι έχουμε συνολικό σχέδιο που είναι συμβατό με το business plan της ΔΕΗ και την πολιτική για τα δίκτυα που έχουμε εξαγγείλει. Πρόκειται επίσης για ένα σχέδιο ρεαλιστικό που βασίζεται σε δυο πυλώνες ανάλυσης, αφού η ποσοτικοποίηση των στόχων «έτρεξε» σε δυο μοντέλα. Τέλος, εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο του νέου ΕΣΕΚ είναι ο σταθερός μηχανισμός διακυβέρνησής του, καθώς προβλέπονται διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης της προόδου προς την υλοποίηση των στόχων», κατέληξε ο κ. Θωμάς.

Απαντώντας σε ερώτηση του energia.gr., για το εάν υπάρχει κίνδυνος για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας καθώς και για το αν υπάρχει ενδεχόμενο να αυξηθεί η ενεργειακή εξάρτησή της από τις εισαγωγές, λόγω της ταχείας απολιγνιτοποίησης της παραγωγής και δη μια δεκαετία νωρίτερα από ό,τι θα το πράξει η Γερμανία, ο κ. Θωμάς είπε πως η ασφάλεια της χώρας διασφαλίζεται με τον πιο ομαλό τρόπο, χάρη στο νέο ΕΣΕΚ.

«Έχουμε δύο άξονες που εξασφαλίζουν την επάρκεια ενέργειας. Ο πρώτος έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα, δεν χρησιμοποιείται όλο το capacity της παραγωγής, και πως θα υπάρξει σχεδιασμός για  μεγαλύτερη συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό σύστημα. Ο δεύτερος αφορά στη διασυνοριακή συνέργεια της χώρας με τους γείτονές της, μέσω των διασυνδέσεων των δικτύων, ενώ θα έχει διασφαλιστεί και η ανάπτυξη των υπολοίπων δομών της αγοράς, με τη λειτουργία του target model τον προσεχή Ιούνιο.» υπογράμμισε ο υφυπουγός και πρόσθεσε: «Αυτή τη στιγμή εισάγουμε το 20% της ηλεκτρικής ενέργειας που χρειαζόμαστε, αλλά έως το 2030 θα έχουμε μετατραπεί σε εξαγωγείς ενέργειας».

Σε άλλη ερώτηση του energia.gr., για το εάν η τολμηρή στροφή της κυβέρνησης στην πράσινη ανάπτυξη και ενέργεια, σε συνδυασμό με την πρόσφατη ανακοίνωση της ΕΤΕπ, ότι θα διακόψει τη χρηματοδότηση των έργων ορυκτών καυσίμων, θα έχει συνέπειες στην υλοποίηση του προγράμματος ερευνών υδρογονανθράκων στον ελληνικό υποθαλάσσιο χώρο, ο κ. Θωμάς απάντησε πως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, αφού «οι εταιρείες που έχουν υπογράψει τις συμβάσεις δεν περιμένουν την ΕΤΕπ για να χρημτοδοτήσει τα σχέδιά τους και επανέλαβε πως αποτελεί δέσμευση της κυβέρνησης να προχωρήσει με αυτές.

Απαντώντας, επίσης,  στην ερώτησή μας για το ρόλο του πετρελαίου στα χρόνια της Ενεργειακής Μετάβασης, ο υφυπουργός Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών επεσήμανε πως το πετρέλαιο εξακολουθεί να παραμένει σημαντικό συστατικό του ενεργειακού συστήματος της χώρας, αν και επεσήμανε ότι η χρήση του θα περιοριστεί στο προσεχές μέλλον, κυρίως στις μεταφορές.

Σε ερώτηση δημοσιογράφου για την επόμενη ημέρα της απασχόλησης, και της οικονομίας στη Δυτική Μακεδονία με την ολοκλήρωση της απολιγνιτοποίησης, με δεδομένο ότι η λιγνιτική ενέργεια είναι εντάσεως εργασίας και η πράσινη ενέργεια δημιουργεί θέσεις εργασίας μόνο κατά τη φάση των επενδύσεων, ενώ τόσο τα αιολικά, όσο και τα φωτοβολταϊκά πάρκα, ή οι επενδύσεις αποθήκευσης δεν απαιτούν εργατικό δυναμικό ο κ. Θωμάς είπε πως θα δημιουργηθούν νέες δομές ώστε οι εργαζόμενοι να απασχοληθούν στον πρωτογενή και το δευτερογενή τομέα.

«Για το λόγο αυτό, και υπό την αιγίδα μιας διυπουργικής επιτροπής, θα εκπονηθεί και θα παρουσιαστεί στα μέσα του 2020 ένα ολοκληρωμένο, πολυδιάστατο και εμπροσθοβαρές Master Plan – Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης  που θα αποτελεί τον αναπτυξιακό οδικό χάρτη στην μετά τον λιγνίτη εποχή. Όπως αναφέρει η διαδικασία εκπόνησης του [Master Plan – Σχεδίου Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης] θα είναι συντονισμένη και ανοιχτή στις τοπικές κοινωνίες. Η διαβούλευση θα διεξαχθεί σε θεσμικό επίπεδο με όλους του εμπλεκόμενους τοπικούς φορείς, η ενεργή συμμετοχή των οποίων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή κατάληξη του εγχειρήματος.» υπογράμμισε στην απάντησή του ο υφυπουργός.

Εν τω μεταξύ, τις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται μέσω του Σχεδίου στον τομέα των ΑΠΕ και της ηλεκτροκίνησης ανέλυσε η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του ΥΠΕΝ, Αλεξάνδρα Σδούκου, κάνοντας ειδική μνεία στην απλοποίηση και επιτάχυνση του αδειοδοτικού πλαισίου και στα  νέα δεδομένα για τα Δίκτυα Ηλεκτρικού Ρεύματος, καθώς ο μελλοντικός σχεδιασμός θα πρέπει να ενσωματώνει τους νέους στόχους αυξημένης διείσδυσης ΑΠΕ. Η κ. Σδούκου παρουσίασε επίσης συνοπτικά τις νέες τεχνολογίες ΑΠΕ για παραγωγή και αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας (υβριδικά, μικρές ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά στις στέγες, μπαταρίες). «Ψηλά στην ατζέντα των προτεραιοτήτων μας βρίσκεται και η ηλεκτροκίνηση και θεωρούμε ότι με τα μέτρα που θα λάβουμε  μέχρι το 2030 η διείσδυση των ηλεκτροκίνητων ΙΧ σε σχέση με τις νέες ταξινομήσεις μπορεί να φτάσει το 30%, ενώ οι προβλέψεις της αγοράς κάνουν λόγο για 24%».

Τέλος, ο Γενικός Γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων, Κωνσταντίνος Αραβώσης, μίλησε για την κυκλική οικονομία που προωθείται μέσω οριζόντιων πολιτικών που αφορούν όλους τους κλάδους της οικονομίας. «Πρώτος στόχος είναι η μείωση της χρήσης φυσικών πόρων και ενέργειας για την παραγωγή των προϊόντων και μετά το πέρας της ζωής των προϊόντων επιδιώκεται η μείωση των αποβλήτων ή ακόμα και ο μηδενισμός τους. Στο πλαίσιο αυτό εκπονούμε Επιχειρησιακό Σχέδιο Δράσης τετραετούς διάρκειας με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και μέτρα –μεταξύ άλλων- για την πρόληψη αποβλήτων, την μείωση της σπατάλης τροφίμων, την ανάπτυξη κριτηρίων οικολογικού σχεδιασμού κριτηρίων, την προώθηση της χρήσης αποβλήτων ως δευτερογενών καυσίμων στη βιομηχανία, την θέσπιση ρυθμιστικού πλαισίου που θα διευκολύνει την παραγωγή βιομεθανίου από οργανικά απόβλητα και την έγχυσή του στο δίκτυο φυσικού αερίου».  Τέλος, ο κ. Αραβώσης έκανε ειδική μνεία και στην πολιτική του ΥΠΕΝ για την κατάργηση των πλαστικών μιας χρήσης, με την ενσωμάτωση της σχετικής κοινοτικής οδηγίας το 2020, ένα χρόνο νωρίτερα από την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας.