Πολλαπλά είναι τα μηνύματα τις τελευταίες μέρες για το μέγεθος του ζητήματος της ενεργειακής φτώχειας, που ως φαίνεται αποτελεί ένα από τα σημεία κοινωνικής αιχμής για την Ελλάδα αλλά και την ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης. Κι αυτό την ώρα που εντείνεται η συζήτηση για την ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά και για το τι φέρνει, τελικά, στον καταναλωτή ο οδικός χάρτης πράσινης μετάβασης που ακολουθεί η ΕΕ.

Χαρακτηριστικά, το πρωί της Πέμπτης, σε Ειδική Εκδήλωση στο Χρηματιστήριο Αθηνών, όπου παρουσιάστηκε η Μεγάλη Μελέτη του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης για τις Ενεργειακές Τάσεις και Επενδυτικές Προοπτικές στη ΝΑ Ευρώπη ο Πρόεδρος και Εκτελεστικός Διευθυντής του ΙΕΝΕ κ. Κωστής Σταμπολής, ανέφερε ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη αντιμετωπίζει οψύ πρόβλημα ενεργειακής φτώχειας. Ρόλο, σε αυτό παίζει το ποσοστό των χαμηλών εισοδημάτων, των υψηλών ενεργειακών αναγκών που προκύπτουν από ενεργειακά μη αποδοτικές κατοικίες και βέβαια η περιορισμένη πρόσβαση σε διαφοροποιημένο ενεργειακό εφοδιασμό.

Μέρος του όλου ζητήματος, όπως ανέφερε, είναι το ότι οι διαφορές στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εντός της ΝΑ Ευρώπης έχουν γίνει ολοένα και πιο εμφανείς τα τελευταία χρόνια. Κι αυτό εντείνει τα ζητήματα της ενεργειακής φτώχειας και ασφάλειας. ‘Ετσι αναδεικνύεται η ανάγκη για ωρίμανση της αγοράς αλλά και η προτεραιότητα ανάπτυξης υποδομών, όπως κι ενός ισορροπημένου ενεργειακού μείγματος.

Γιαυτό ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου χαρακτήρισε ως σημαντική την η σταθερή αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ την τελευταία δεκαετία, που ωστόσο όμως επιβάλλει την ενίσχυση των δικτύων, της αποθήκευσης ενέργειας και της περιφερειακής διασυνδεσιμότητας στην περιοχή. Όπως είπε, οι νέες διασυνοριακές ηλεκτρικές συνδέσεις στα Δυτικά Βαλκάνια θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα δυνητικά αμφιλεγόμενο ζήτημα.

Ο ορισμός
Να σημειωθεί ότι με βάση τελευταία έρευνα του Eteron, το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας αποτελεί παγκόσμια πρόκληση, πλήττει περίπου 54 εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες και έχει άμεσο αντίκτυπο στην υγεία.

Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στην αύξηση των τιμών της ενέργειας και όχι στους λόγους για τους οποίους η κατανάλωση είναι τόσο υψηλή, γεγονός που αποτελεί μια από τις αιτίες που συμβάλλουν στην κλιματική κρίση.

Η Eurostat
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με την Eurostat, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται στα δεδομένα του 2024 το πρόβλημα παραμένει οξύ στην ΕΕ και ειδικά στην Ελλάδα, όπου ο συνδυασμός χαμηλών εισοδημάτων, υψηλού κόστους ενέργειας και ενεργειακά ανεπαρκών κατοικιών εξακολουθεί να επιβαρύνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, καθιστώντας το ζήτημα της θέρμανσης όχι απλώς ενεργειακό, αλλά βαθιά κοινωνικό.

Συνολικά, με βάση την Ευρωπαϊκή Στατιστική Αρχή, το 9,2% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να διατηρεί την κατοικία του επαρκώς ζεστή. Σε σύγκριση με το 2023, το ποσοστό αυτό εμφανίζει βελτίωση κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνοντας μια σχετική υποχώρηση του φαινομένου της ενεργειακής φτώχειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ωστόσο, οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν έντονες σύμφωνα με την Eurostat. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Βουλγαρία και την Ελλάδα, όπου το 19% του πληθυσμού αδυνατεί να διατηρήσει επαρκή θέρμανση στο σπίτι του. Ακολουθούν η Λιθουανία με 18% και η Ισπανία με 17,5%. Ουσιαστικά, τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τις έντονες ανισότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν εντός της Ένωσης, παρά τις κοινές πολιτικές για την ενέργεια και την κοινωνική συνοχή.

Το ποσοστό αυτό είναι υπερτριπλάσιο σε σχέση με τη Γερμανία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 6,3%, και σημαντικά υψηλότερο από τη Γαλλία, που καταγράφει 11,8%.

Η ΓΣΕΒΕΕ
Επίσης, τα ενεργειακά κόστη, βρίσκονται στο επίκεντρο της ετήσιας έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών 2025 (14η κατά σειρά).

Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 65,5% των νοικοκυριών δαπάνησε το 2025 περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ σχεδόν ένα στα τέσσερα καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει την πληρωμή του ρεύματος.

Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση σε σύγκριση με το 2024, τα ποσοστά παραμένουν υψηλά σε ιστορική βάση, επιβεβαιώνοντας ότι η ενεργειακή ακρίβεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας εισοδηματικής πίεσης, περιορίζοντας τη δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκριθούν σε άλλες βασικές ή ανελαστικές δαπάνες.

Αναλυτικά, οι τρεις βασικές κατηγορίες δαπανών στις οποίες συνεχίζουν να κατευθύνονται τα περισσότερα χρήματα των νοικοκυριών είναι οι λογαριασμοί σπιτιού, τα είδη διατροφής και η θέρμανση, ενώ σημαντικό μέρος των δαπανών απορροφούν επίσης η υγεία και τα φάρμακα, καθώς και η μετακίνηση.

Παρά τη μείωση που καταγράφεται σε σύγκριση με το 2024 στο ποσοστό των νοικοκυριών που καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν την πληρωμή του ρεύματος (23,2% από 28,2%) και της θέρμανσης (20,2% από 22,8%), καθώς και δαπανών για φροντιστήρια, εκπαίδευση ή βρεφονηπιακούς σταθμούς (9,5% από 10,5%), η γενικότερη εικόνα της περιόδου από τον Δεκέμβριο του 2019 έως τον Ιανουάριο του 2025 παραμένει αρνητική, με τα σχετικά ποσοστά να εξακολουθούν να βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τους αναλυτές του Ινστιτούτου, τα ευρήματα της φετινής έρευνας επιβεβαιώνουν την καθοριστική επίδραση των αυξήσεων στα τρόφιμα στην οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, έστω και ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το 2024.

Υψηλό, αν και μειωμένο, παραμένει και το ποσοστό όσων αναφέρουν ως σημαντικότερη επιβάρυνση τις αυξήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια (53,8%), στη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης (17,5%) και στο πετρέλαιο θέρμανσης (13,7%).

Χαρακτηριστικό της φετινής έρευνας είναι, τέλος, η αύξηση του ποσοστού όσων εντοπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση σε άλλες δαπάνες πέραν των συνήθων, το οποίο ανήλθε στο 9,1% από 3,7% το 2024, εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με την άνοδο των ενοικίων, τα οποία το 6,3% των νοικοκυριών κατονομάζει πλέον ως βασική πηγή επιβάρυνσης.

Στη Βουλή
Στο φόντο αυτό, επτά Βουλευτές της Νέας Αριστεράς, με πρωτοβουλία της Βουλεύτριας Φλώρινας και Γραμματέα της Κ.Ο. της Νέας Αριστεράς Πέτης Πέρκα, κατέθεσαν ερώτηση προς τον Υπουργό περιβάλλοντος και Ενέργειας καθώς και στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με θέμα «από την ενεργειακή φτώχεια στην ενεργειακή τιμωρία: κυβερνητική αδράνεια απέναντι στα ευάλωτα νοικοκυριά».

“Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα δεν αποτελεί ούτε συγκυριακό φαινόμενο ούτε μελλοντική απειλή. Είναι μια παγιωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Σύμφωνα με ευρωπαϊκά στοιχεία, η χώρα μας καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις στην ΕΕ σε βασικούς δείκτες ενεργειακής φτώχειας, γεγονός που αποτυπώνει την αποτυχία της ασκούμενης ενεργειακής πολιτικής να προστατεύσει τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat και του EU Energy Poverty Advisory Hub, η Ελλάδα καταγράφει τις υψηλότερες τιμές στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε τέσσερις βασικούς δείκτες ενεργειακής φτώχειας, γεγονός που αποτυπώνει το βάθος και τη διάρκεια του προβλήματος, πολύ πριν από την εφαρμογή νέων πολιτικών τιμολόγησης άνθρακα” αναφέρουν και προσθέτουν:.

“Η επερχόμενη εφαρμογή του νέου Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές (ΣΕΔΕ2), από το 2027, αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα, με δυσανάλογες επιπτώσεις στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Σε αυτό το ήδη ασφυκτικό κοινωνικό πλαίσιο, η κυβέρνηση προχωρά στην εφαρμογή του νέου Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές (ΣΕΔΕ2) από το 2027, χωρίς να έχει διασφαλίσει ούτε επαρκή χρηματοδότηση ούτε ένα συνεκτικό και κοινωνικά δίκαιο σχέδιο προστασίας των ευάλωτων.

Η μελέτη του Green Tank και της Facets για τις επιπτώσεις του ΣΕΔΕ2 στην Ελλάδα είναι αποκαλυπτική: ήδη πριν από την έναρξη του νέου συστήματος, το 26,5% του πληθυσμού είναι ενεργειακά ευάλωτο και το 13,9% μεταφορικά ευάλωτο. Η εφαρμογή του ΣΕΔΕ2 εκτιμάται ότι θα αυξήσει τις δαπάνες των ευάλωτων νοικοκυριών κατά 833 εκατ. έως 1,6 δισ. ευρώ την περίοδο 2027–2032, διευρύνοντας περαιτέρω την έκταση της ενεργειακής και μεταφορικής φτώχειας .

Την ίδια στιγμή, οι διαθέσιμοι πόροι του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα για την Ελλάδα (4,78 δισ. ευρώ) υπολείπονται δραματικά των πραγματικών αναγκών. Η ίδια μελέτη τεκμηριώνει ότι απαιτούνται συνολικές επενδύσεις ύψους 11,9–15,5 δισ. ευρώ για να υπάρξει ουσιαστική προστασία των νοικοκυριών και ταυτόχρονα επίτευξη των κλιματικών στόχων. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση επιμένει σε αποσπασματικές επιδοματικές πολιτικές, αποφεύγοντας τις αναγκαίες δομικές παρεμβάσεις.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το επικαιροποιημένο Σχέδιο για την Καταπολέμηση της Ενεργειακής Ένδειας παραμένει ανεπαρκές, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με τη στεγαστική πολιτική, χωρίς μαζικό πρόγραμμα ενεργειακών ανακαινίσεων και χωρίς σοβαρή ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων. Η ενεργειακή μετάβαση προχωρά ερήμην των τοπικών κοινωνιών και μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων.

Επειδή το ΣΕΔΕ2, όπως σχεδιάζεται, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως ένας ακόμη έμμεσος φόρος στα φτωχότερα νοικοκυριά

Επειδή η κυβέρνηση έχει την πλήρη ευθύνη να διασφαλίσει ότι η κλιματική πολιτική δεν θα μετατραπεί σε κοινωνική τιμωρία

Επειδή η ενεργειακή μετάβαση χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι μετάβαση αλλά επιβολή,

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  • Ποια συγκεκριμένα και κοστολογημένα μέτρα έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει η κυβέρνηση για την άμεση προστασία των ενεργειακά και μεταφορικά ευάλωτων νοικοκυριών από τις επιπτώσεις του ΣΕΔΕ2;
  • Πώς σκοπεύει να καλύψει το τεκμηριωμένο χρηματοδοτικό κενό μεταξύ των πραγματικών αναγκών (έως 15,5 δισ. ευρώ) και των ανεπαρκών πόρων του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα;
  • Γιατί δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα ένα ολοκληρωμένο, δεσμευτικό και κοινωνικά δίκαιο Κοινωνικό Σχέδιο για το Κλίμα, παρά την κρισιμότητα της περιόδου 2026–2032;
  • Προτίθεται η κυβέρνηση να δεσμεύσει το σύνολο των εσόδων από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων εκπομπών του ΣΕΔΕ2 και μέρος των εσόδων του ΣΕΔΕ1 για την ουσιαστική μείωση της ενεργειακής και μεταφορικής ευαλωτότητας ή θα συνεχίσει να τα αντιμετωπίζει ως γενικά δημοσιονομικά έσοδα;
  • Πώς απαντά η κυβέρνηση στην τεκμηριωμένη κριτική ότι η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα εξελίσσεται χωρίς κοινωνικό σχεδιασμό, χωρίς συμμετοχή των πολιτών και εις βάρος των πιο αδύναμων;”

 

*Από news247.gr

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr