Ενεργειακή Μετάβαση με Προσιτό Κόστος

Ενεργειακή Μετάβαση με Προσιτό Κόστος
Του Γιάννη Χατζηβασιλειάδη  τ. Προέδρου ΙΕΝΕ
Τετ, 30 Οκτωβρίου 2019 - 08:04

Η ενεργειακή μετάβαση έχει αρχίσει εδώ και μερικά χρόνια σε αρκετές χώρες της ΕΕ με συντεταγμένο τρόπο, ενώ στην Ελλάδα γίνονται συζητήσεις και σχεδιασμοί για την επίτευξη των στόχων του 2030, χωρίς να έχουν προηγηθεί σχετικές μελέτες. Η εξαγγελθείσα απόφαση της κυβέρνησης για παροπλισμό όλων των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το 2028 δημιουργεί νέα δεδομένα στον ηλεκτρισμό, όπου μετά από μεγάλη καθυστέρηση γίνονται προσπάθειες για την λειτουργία μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα με λάθη και παραλείψεις 

επί δύο δεκαετίες έφθασε να είναι μακράν η ακριβότερη στην χονδρεμπορική αγορά της ΕΕ, με συνέπειες στην οικονομία και στους καταναλωτές. Επειδή η ενεργειακή μετάβαση θα γίνει με την μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι και οι ανανεώσιμες πηγές στην Ελλάδα είναι οι ακριβότερες στην ΕΕ, παρά το συγκριτικό πλεονέκτημα του υψηλού δυναμικού που διαθέτει η χώρα. «Ελάτε να επενδύσετε στην Ελλάδα που έχει τις ακριβότερες ΑΠΕ» ήταν οι παραινέσεις κυβερνητικών στελεχών για την προσέλκυση ξένων επενδυτών. Χαρακτηριστική είναι η κριτική στην Ευρώπη για το «Έξυπνο Ελληνικό Θεσμικό Πλαίσιο», που ενώ δίδει υψηλές τιμές διατηρεί χαμηλούς ρυθμούς εφαρμογών ελεγχόμενους από την γραφειοκρατία. Έτσι, η διείσδυση της αιολικής ενέργειας και των φωτοβολταϊκών φθάνει μόλις το 16%, δηλαδή μια μέση ετήσια διείσδυση 0,7% περίπου, ενώ θα χρειασθεί ένας μέσος ετήσιος ρυθμός της τάξης του 3% τουλάχιστον στην επόμενη δεκαετία για τους στόχους του 2030 στον ηλεκτρισμό. Επομένως, ο ενεργειακός μετασχηματισμός στη χώρα θα πρέπει να σχεδιασθεί επαρκώς ώστε να οδηγήσει σε υψηλή διείσδυση με προσιτές τιμές και στον ανταγωνισμό.

Οι διαγωνισμοί που γίνονται προσφάτως στην Ελλάδα για αιολικές και φωτοβολταϊκές εφαρμογές επιτυγχάνουν υψηλότερες τιμές από ό,τι σε Γερμανία και Ισπανία, προκαλώντας πρόσθετα βάρη και ερωτήματα. Σε αυτές τις χώρες, αλλά και σε άλλες, λειτουργούν μηχανισμοί για επενδύσεις στις ΑΠΕ με είσοδο στην ανταγωνιστική αγορά χωρίς δημόσιες επιδοτήσεις. Πρόσφατα ανακοινώθηκε η εγκατάσταση ενός μεγάλου φωτοβολταϊκού σταθμού έξω από το Βερολίνο χωρίς δημόσια επιδότηση σε μια αγορά της τάξης των 35€/MWh. Όπως δηλώθηκε, η επένδυση θα είναι κερδοφόρα έχοντας μόνο το πλεονέκτημα της κατά προτεραιότητα εισόδου της παραγωγής στο δίκτυο σύμφωνα με τον EEG. Έτσι δημιουργείται το ερώτημα, πώς στην Ελλάδα με τουλάχιστον 40% υψηλότερη ηλιακή ακτινοβολία και μια ακριβότερη αγορά της τάξης των 65€/MWh δεν γίνονται τέτοιες εφαρμογές. Αυτή η κατάσταση χρόνια τώρα, δεν φαίνεται να προβληματίζει τους αρμοδίους και συνεχίζεται το “business as usual”.  

Στις εφαρμογές ηλιακής και η αιολικής ενέργειας με αποθήκευση επιτυγχάνεται σήμερα το χαμηλότερο κόστος παραγωγής, οπότε υπάρχουν καλές προοπτικές για την ηλεκτρική ενέργεια. Στην Ελλάδα όμως πρώτα χρειάζεται ένα άλλο θεσμικό πλαίσιο με τις δυνάμεις της αγοράς και χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που θα μειώσουν χρόνο και κόστος και βεβαίως μελέτες και κυρίως ειδικές μελέτες για τα βέλτιστα αποτελέσματα. Στις ΗΠΑ, όπου επικρατούν οι δυνάμεις της αγοράς και ο ανταγωνισμός για πολύ ελκυστικές μεγάλες αιολικές και φωτοβολταϊκές μονάδες, όταν διεπίστωσαν ότι οι διαδικασίες για την εγκατάσταση κλπ, τα λεγόμενα “soft costs” για τις διεσπαρμένες μικρές μονάδες ήταν υπερβολικά υψηλά, ζήτησαν την συνεργασία της Γερμανίας με τις απλές διαδικασίες και το χαμηλότερο κόστος. Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία με στόχο την μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ και για τον παροπλισμό των πυρηνικών μονάδων σύντομα, συνεργάζεται και με την Καλιφόρνια, που έχει πιο φιλόδοξους στόχους από την ΕΕ στις ΑΠΕ, για την μεταφορά εμπειριών σχετικά με την ενεργειακή μετάβαση. Αξίζει να σημειωθεί το υψηλό επίπεδο της Επιτροπής Ενέργειας της Καλιφόρνιας (CEC, California Energy Commission) με πλήθος μελετών, ερευνητικών έργων και σημαντικών ρυθμιστικών αποφάσεων για την επιτυχία των στόχων σε περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού.

Η Ελλάς μέχρι τώρα δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για συνεργασίες με άλλες χώρες που έχουν επιτυχείς διαδικασίες και προτιμάει να γίνονται με τον «Ελληνικό τρόπο» και βέβαια με τις αναμενόμενες συνέπειες.

Επομένως, προτεραιότητα έχει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο με τις πιο επιτυχείς διεθνείς πρακτικές, που θα οδηγήσει στον μετασχηματισμό με πολλαπλά οφέλη, περιβαλλοντικά, κοινωνικά και ασφαλώς οικονομικά. Απλοποιούνται πολύ οι διαδικασίες και διευκολύνονται οι εφαρμογές όταν χρησιμοποιούνται τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και γίνουν οι αναγκαίες χωροθετήσεις για τις ΑΠΕ σε στεριά και θάλασσα, ενώ τόσο ο ΔΕΔΔΗΕ όσο και ο ΑΔΜΗΕ ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους για τις διασυνδέσεις και για την εισαγωγή των σύγχρονων τεχνολογιών ενσωμάτωσης και διαχείρισης των ΑΠΕ στο δίκτυο. Ένα πιο προχωρημένο θεσμικό πλαίσιο χρειάζεται για τα νησιά, που θα προηγηθούν στην ενεργειακή μετάβαση με νέες ιδέες και καινοτόμες τεχνολογίες εκτοπίζοντας το ακριβό πετρέλαιο και καλύπτοντας το σύνολο σχεδόν των ενεργειακών αναγκών από τις ΑΠΕ για μακρό χρονικό ορίζοντα, με σταθερό και χαμηλό κόστος και με πολλαπλά οφέλη.

Ο μετασχηματισμός θα γίνει από το έμψυχο τεχνικό και επιστημονικό δυναμικό της χώρας στις επόμενες τρεις δεκαετίες μέχρι το 2050 μετά από μελέτες και έρευνα με την εισαγωγή καινοτόμων τεχνολογιών μέσα από ένα φιλικό θεσμικό πλαίσιο για τις εφαρμογές και τις επενδύσεις, χωρίς να αναμένονται έτοιμες λύσεις από έξω. Έτσι έγινε και με το θαύμα του εξηλεκτρισμού της χώρας, μέσα από ένα πολύ επιτυχές θεσμικό πλαίσιο, από το εγχώριο προσωπικό με όραμα και ισχυρή πολιτική βούληση.