Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα – Ανάγκη Αναθεώρησης

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα – Ανάγκη Αναθεώρησης
του Γιώργου Παπαρσένου*
Τρι, 4 Δεκεμβρίου 2018 - 08:25

Πρόσφατα τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα, που καλύπτει την περίοδο μέχρι το 2030 και αποτελεί υποχρέωση της χώρας μας με βάση την κοινοτική νομοθεσία. Ενα τέτοιο σχέδιο που αφορά τον ενεργειακό τομέα πρέπει να στοχεύει αφενός στην κάλυψη των αναγκών του τομέα και αφετέρου, μέσω αυτής, στη γενικότερη ανάπτυξη και ευημερία της χώρας. 

Με αυτή τη διπλή στόχευση, το κριτήριο επιλογής και ιεράρχησης των εναλλακτικών επιμέρους ενεργειακών δράσεων και κατά συνέπεια της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής δεν μπορεί να είναι η ελαχιστοποίηση του κόστους για τη χώρα, όπως το προς διαβούλευση σχέδιο προτείνει, αλλά η μεγιστοποίηση του μακροχρόνιου λόγου «καθαρό όφελος (όφελος μείον κόστος) προς κόστος» της χώρας, που απεικονίζει την απόδοση των επιμέρους πόρων (χρηματικών, ανθρώπινων, και άλλων), που διαθέτουμε σε σπανιότητα για την εφαρμογή του σχεδίου.

Η προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας για αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η συνακόλουθη με αυτή προσαρμογή του ενεργειακού συστήματος έχουν χρονικό ορίζοντα μέχρι το τέλος του αιώνα. Είναι επίσης αποδεκτό ότι πρέπει μέχρι το 2050 να έχουμε επιτύχει σημαντικό μέρος της προσαρμογής, προσδιορισμένο στη βάση συγκεκριμένων στόχων. Συνεπώς ο στρατηγικός σχεδιασμός στον ενεργειακό τομέα πρέπει να εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι το 2050 και σε συμβατότητα με αυτόν πρέπει να διατυπωθεί σχεδιασμός λεπτομερέστερος σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα μέχρι το 2030 που αποτελεί την υποχρέωση στο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα.

Αντιθέτως, το υπό διαβούλευση σχέδιο παρουσιάζει σειρά ενεργειακών δράσεων μέχρι το 2030 και απλώς επεκτείνει την επίδραση των δράσεων αυτών μέχρι το 2040. Επιπροσθέτως, δεν παρουσιάζει συστηματικά κάποια οργανική συνοχή και ιεράρχηση μεταξύ των δράσεων αυτών, αλλά ούτε τους απαιτούμενους πόρους και τη δομική οργάνωση και διαχείρισή τους για την επιτυχή υλοποίηση του συνολικού κύκλου κάθε δράσης, όπως και τα ενεργειακά και κλιματικά αποτελέσματα κάθε δράσης σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της για τη χώρα, άμεσες και έμμεσες.

Το έλλειμμα αυτό δημιουργεί ισχυρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία του σχεδίου, ειδικά όταν κάποιες υφιστάμενες δράσεις, που προτείνεται να επαναληφθούν, δεν έχουν επιφέρει μέχρι σήμερα τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η παρουσίαση ενός και μόνο βασικού σεναρίου δράσεων χωρίς εναλλακτικά σενάρια, όπως και η μη παρουσίαση αποτελεσμάτων από αναλύσεις ευαισθησίας στη διακύμανση κάποιων βασικών παραμέτρων που επηρεάζουν σημαντικά το εθνικό ενεργειακό σύστημα δημιουργούν εύλογες απορίες και αμφιβολίες.

Από τα αναλυτικά στοιχεία που παρατίθενται στο σχέδιο δημιουργούνται ισχυρές επιφυλάξεις για τη συμμόρφωσή του με τη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα, που έχει τεθεί σε ισχύ τόσο από τη χώρα μας όσο και από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η χαμηλή εξοικονόμηση ενέργειας, σε συνδυασμό με την υψηλή συμμετοχή του πετρελαίου στη συνολική ενεργειακή κατανάλωση της χώρας για τα έτη 2030 και 2040, σύμφωνα με το σχέδιο, δεν συνάδει με σενάρια ενεργειακών πολιτικών για τη συμμόρφωση με τη Συμφωνία των Παρισίων. Για παράδειγμα, το σχέδιο εκτιμά εξοικονόμηση της συνολικής ακαθάριστης εγχώριας ενεργειακής κατανάλωσης κατά 5,6% και 2,6%, το 2030 και το 2040, αντιστοίχως, έναντι εκείνης για το 2016, ενώ σενάρια πολιτικών συμμόρφωσης με τη Συμφωνία των Παρισίων εκτιμούν, αντιστοίχως, εξοικονόμηση άνω του 10% και περί το 20%. Ομοίως το σχέδιο εκτιμά συμμετοχή του πετρελαίου στη συνολική ακαθάριστη εγχώρια ενεργειακή κατανάλωση για τα έτη 2030 και 2040, αντιστοίχως, στα επίπεδα του 40%, ενώ σενάρια ενεργειακών πολιτικών για τη συμμόρφωση με τη Συμφωνία των Παρισίων εκτιμούν την επιθυμητή συμμετοχή στο ήμισυ ή χαμηλότερα. Οι αποκλίσεις είναι πολύ μεγάλες και πρέπει να τεκμηριωθούν. Εμπλουτισμός του σχεδίου με πειστικά υποστηρικτικά στοιχεία θα περιορίσει την όποια αμφιβολία για την αξιοπιστία του.

Στη βάση των ανωτέρω, η παρουσιαζόμενη σημαντική αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τα έτη μέχρι το 2030 και το 2040 ενδεχομένως να υπολείπεται της ενδεδειγμένης τελικά αύξησης. Το αναφερόμενο μέγεθος της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ορθολογική ένταξη των διακοπτόμενων ανανεώσιμων πηγών (ηλιακή, φωτοβολταϊκή, αιολική), φαίνεται να υπολείπεται σημαντικά από το απαιτούμενο μέγεθος που προκύπτει από σχετικές διεθνείς μελέτες και πρέπει να τύχει επανεξέτασης, όπως και περαιτέρω ανάλυσης ως προς το μείγμα και τα τεχνικά χαρακτηριστικά των τεχνολογιών που θα αξιοποιηθούν (αντλιοταμίευση, στατές και κινητές μπαταρίες, άλλες τεχνολογίες). Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, επιπρόσθετα της εξοικονόμησης ενέργειας και της μείωσης του πετρελαίου έναντι συμβατικών αυτοκινήτων, μπορούν να συνεισφέρουν με τις κινητές μπαταρίες τους στην απαιτούμενη αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτός είναι ισχυρός λόγος για να επανεξετασθεί και μελετηθεί επαρκώς το μέγεθος της διείσδυσης ηλεκτρικών αυτοκινήτων στη χώρα μας, που φαίνεται να υπολείπεται του ενδεδειγμένου μεγέθους στο υπό διαβούλευση σχέδιο.

Συμπερασματικά, το εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα πρέπει να αναλυθεί περαιτέρω, να συζητηθεί σε βάθος, να αναθεωρηθεί δεόντως και να παρουσιασθεί με πειστικότερη τεκμηρίωση.

 

* Ο κ. Γιώργος Παπαρσένος είναι δρ ενεργειολόγος, υπήρξε δε επί σειράν ετών επικεφαλής ιδιωτικών και δημοσίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

 

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 02/12/2018.