"Η Ενεργειακή Ασφάλεια της Ελλάδας και Προτάσεις για την Βελτίωσή της": Έκθεση του IENE στο Πλαίσιο Εκπόνησης του Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού της Ελλάδας από την ΕΣΕΚ

energia.gr
Πεμ, 15 Νοεμβρίου 2018 - 17:57

Το Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ) παρεμβαίνει για ακόμη μια φορά στο σχεδιασμό και την εκπόνηση της ενεργειακής πολιτικής στην Ελλάδα, με μια ρηξικέλευθη μελέτη που αποτυπώνεται στην έκθεση με θέμα: «Ενεργειακή Ασφάλεια της Ελλάδας και Προτάσεις για την Βελτίωσή της». Η έκθεση εκπονήθηκε από την επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου, στο πλαίσιο κατάρτισης του Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού της Ελλάδας από την Εθνική Επιτροπή για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)

Eπικεφαλής της επιστημονικής ομάδας είναι ο κ. Κωνσταντίνος Σταμπολής, Εκτελεστικός Διευθυντής του ΙΕΝΕ, ο οποίος συμμετέχει στην Επιτροπή ΕΣΕΚ, κατόπιν προσκλήσεως του κ. Μιχάλη Βερροιόπουλου, Γενικού Γραμματέα Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και προέδρου της Επιτροπής ΕΣΕΚ. Ιδιαίτερη συμβολή στην εκπόνηση της έκθεσης είχαν, επίσης, ο κ. Ιωάννης Χατζηβασιλειάδης, πρόεδρος του ΙΕΝΕ και ο κ. Δημήτρης Μεζαρτάσογλου, Υπεύθυνος Μελετών του ΙΕΝΕ.

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) περιγράφει την υπάρχουσα δομή του ενεργειακού τομέα, καθώς και τα προτεινόμενα μέτρα πολιτικής για την επίτευξη των εθνικών ενεργειακών και περιβαλλοντικών στόχων έως το 2030, λαμβάνοντας υπόψη τις ευρωπαϊκές πολιτικές και δεσμεύσεις.

Η έκθεση του ΙΕΝΕ εστιάζεται ιδιαίτερα στο θέμα της ενεργειακής ασφάλειας, καθώς αποτελεί μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους στη χάραξη της ενεργειακής στρατηγικής, για κάθε χώρα, αλλά και για ενώσεις κρατών, όπως είναι η Ε.Ε. Η δυνατότητα εξασφάλισης αδιάλειπτης παροχής ενέργειας, με ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο, άνθρακα ή  πετρέλαιο αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απρόσκοπτη λειτουργία των ενεργειακών συστημάτων στα οποία βασίζεται σήμερα η τεχνολογικά προσανατολισμένη κοινωνία και οικονομία.

Στόχος της έκθεσης είναι να αναδείξει το σημαντικό ρόλο της ενεργειακής ασφάλειας, τους παράγοντες που την επηρεάζουν, τη διαχρονική αξία της έννοιας, καθαυτής, καθώς και το πόσο καθοριστική συμβολή έχει για ένα μεγάλο όγκο στοιχείων που συσχετίζονται και αλληλεπιδρούν στη λειτουργία των κρατών, της οικονομίας και της κοινωνίας και επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών.

Εκτός όλων αυτών το βασικό ζητούμενο της έκθεσης του ΙΕΝΕ είναι να παρουσιάσει τρόπους μέτρησης της ενεργειακής ασφάλειας, καθώς και τις πολιτικές εκείνες που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε εθνικό επίπεδο, σε συνάφεια με τις πολιτικές της Ε.Ε. και οι οποίες θα συνέβαλαν καθοριστικά στη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας.

Το ΙΕΝΕ προτείνει τη σταδιακή μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας από τις εισαγωγές, σε ποσοστό 54% έως το 2030, δηλαδή, τον υφιστάμενο ευρωπαϊκό μέσο όρο, από το τρέχον επίπεδο του 73,6% , όπως είχε διαμορφωθεί το 2017. H υιοθέτηση ενός στόχου για τη μείωση των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Ελλάδα, της τάξεως του 58% το 2025 και του 46% το 2030 θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ για την τελική μείωση της ενεργειακής εξάρτησής της στα επίπεδα του 54%, το 2030. Για δε τον τομέα του ηλεκτρισμού, οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν καθορίζονται στο 54% για το 2025 και στο 48% για το 2030.

Σύμφωνα με την μελέτη του ΙΕΝΕ “SE Europe Energy Outlook 2016/2017”, οι ενεργειακές υποδομές της Ελλάδας απαιτούν επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ έως το 2025. Αν λάβουμε υπόψη τους υπολογισμούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), ότι για κάθε ευρώ που δαπανάται για ενεργειακές υποδομές, το ΑΕΠ αυξάνεται κατά 0,8 ευρώ, καθίστανται σαφή τα πολλαπλά οφέλη που μπορεί να αποκομίσει η χώρα από την ανάκαμψη της οικονομίας, με τον ενεργειακό τομέα να συμβάλει καθοριστικά προς την κατεύθυνση αυτή, χάρη και στην παράλληλη μείωση της ενεργειακής εξάρτησής της.

Η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας, κατά τρόπο ώστε να μπορέσει να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, πρέπει να αποτελέσει σταθερό και αδιαπραγμάτευτο στόχο. Η ευόδωση των ελληνικών προσπαθειών θα αποφέρει οικονομικά οφέλη για τη χώρα, μέσω της μείωσης του όγκου των εισαγόμενων καυσίμων, με παράλληλη αύξηση της παραγωγής των αντίστοιχων εγχώριων, με έμφαση στις ΑΠΕ, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο.