Οι αποφάσεις της τελευταίας συνόδου κορυφής της Ε.Ε. στην Κοπεγχάγη, έστω και με την προσεκτική διατύπωση τους στη γλώσσα της «διπλωματικής ισορροπίας», περικλείουν σαφή μηνύματα ως προς τις πραγματικές προθέσεις της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία αλλά και προς τις ΗΠΑ. Η ημερομηνία η οποία εδόθη για εξέταση της Τουρκικής υποψηφιότητας (τέλος 2004) και η δήλωση ότι γι΄ αυτή θα ισχύσουν τα ίδια ακριβώς κριτήρια που ισχύουν για όλες τις άλλες υπό ένταξη χώρες, αποσαφηνίζουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο το πώς αντιμετωπίζει η Ε.Ε. την Τουρκική «προσέγγιση» στην Ευρώπη ενώ παράλληλα σηματοδοτεί τα όρια του Αμερικανικού παρεμβατισμού στα Ευρωπαϊκά πράγματα.
Εκ πρώτης όψεως η σημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Τουρκία δεν έχει τίποτε το κοινό με μία μέση χώρα της Ε. Ένωσης ενώ είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, διορία που έδωσε η Ε.Ε., θα μπορέσουν να εκπληρωθούν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης ως προς το πολιτικό σκέλος τουλάχιστον. Διότι ναι μεν στα χαρτιά μπορεί η Τουρκία να εμφανίζεται ως μια δημοκρατία, όμως είναι τοις πάσει γνωστό το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα που υπάρχει μαζί με την παράφορη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ η παρέμβαση του στρατού στην λειτουργία του πολιτεύματος είναι νομικά και συνταγματικά κατοχυρωμένη και η παρουσία του διαρκής και ουσιαστική σε όλες τις εκφάνσεις του δημοσίου βίου. Επιπλέον η στρατιωτική-βιομηχανική τάξη είναι ενιαία και εν πολλοίς καθορίζει αυτή την πορεία της οικονομίας και των εξωτερικών σχέσεων της χώρας.
Όμως, μία ανατροπή του σημερινού μετα-Κεμαλικού status quo θα ήτο αδιανόητη χωρίς να υπάρξουν σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις και χωρίς η χώρα αργά ή γρήγορα να οδηγηθεί σε πλήρη αναρχία από αντιμαχόμενες εθνικές και κοινωνικές ομάδες (π.χ. Κούρδοι, θρησκευτικές μειονότητες κλπ). Από την άλλη πλευρά μία μετάβαση σ΄ ένα έστω κατ΄ επίφαση δημοκρατικό καθεστώς προϋποθέτει συνταγματικές αλλαγές οι οποίες όμως περικλείουν σοβαρούς κινδύνους για την ίδια την ύπαρξη του στρατιωτικού κατεστημένου της Άγκυρας, το οποίο επ΄ ουδενί λόγω θα εφέρετο έτοιμο να θυσιάσει τα κεκτημένα του εν όψει μίας αμφίβολης Ευρωπαϊκής προοπτικής. Ακόμα και αν παραβλέψουμε τον πολιτικο-καθεστωτικό παράγοντα και εξετάσουμε την πορεία της χώρας σε 15ετή ή 20ετή χρονικό ορίζοντα, με οικονομικά και κοινωνικά μόνο κριτήρια, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα μπορέσει να υπάρξει ακόμα και τότε οικονομική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη με εφαρμογή των σημερινών κριτηρίων.
Μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και τις κοσμογονικές πολιτικές αλλαγές που ακολούθησαν, ο στρατηγικός ρόλος της Τουρκίας ενισχύθηκε σημαντικά έτσι ώστε μαζί με την Μ. Βρετανία να έχει αυτή αναδεχθεί ως η κατ΄ εξοχήν σύμμαχος χώρα των ΗΠΑ σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού. Γεγονός που αναμφίβολα ενισχύει τη θέση της ως προς τις σχέσεις της με την Ε.Ε. Με άλλα λόγια η Τουρκία είναι σήμερα μία χώρα που δεν μπορεί ν΄ αγνοηθεί. Παρά τις τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και τις θρησκευτικές και πολιτικές αποκλίσεις μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης, η Τουρκία παραμένει μία υπολογίσιμη χώρα όσο αφορά τις σχέσεις της Ενωμένης Ευρώπης με την Μέση Ανατολή και την Ασία. Όμως αυτό το επιχείρημα δεν αποτελεί λόγο για συμμετοχή της Τουρκίας σε μία πολιτική και οικονομική ένωση κρατών που μοιράζονται κοινές δημοκρατικές αξίες και ιδεώδη ενώ έχουν καταφέρει με αρκετούς κόπους και θυσίες την εδραίωση μιας δημοσιο-οικονομικής πειθαρχίας. (Ας μην ξεχνάμε το οικονομικό αδιέξοδο που βρέθηκε η χώρα πριν ένα χρόνο και την διάσωση της από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη συνεχιζόμενη οικονομική αστάθεια!).
Υπάρχει πληθώρα λόγων για τους οποίους η Τουρκία όχι σε δύο αλλά ούτε σε 22 χρόνια δεν θα έχει μπορέσει να πλησιάσει τις Ευρωπαϊκές νόρμες. Μπορεί ένα τμήμα της άρχουσας εμπορικής και οικονομικής τάξης της Κωνσταντινούπολης να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται ως Ευρωπαίοι όμως αυτό δεν ισχύει για την υπόλοιπη χώρα της οποίας το βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο είναι εξαιρετικά χαμηλό και η οποία γεωγραφικά αποτελεί κομμάτι της Ασίας και όχι της Ευρώπης. Και αυτό είναι μία αλήθεια την οποία για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και οικονομικών συμφερόντων οι Ευρωπαίοι ηγέτες, με φωτεινές εξαιρέσεις, δεν θέλουν να παραδεχθούν και να ομολογήσουν ανοικτά.
«Η Ένωση ενθαρρύνει την Τουρκία να συνεχίσει ενεργώς τη μεταρρυθμιστική διαδικασία. Εφόσον το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2004, βάσει έκθεσης και σύστασης της Επιτροπής, αποφασίσει ότι η Τουρκία πληροί τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αρχίσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία», αναφέρει μεταξύ άλλων το ανακοινωθέν των Συμπερασμάτων της Συνόδου της Κοπεγχάγης. Επειδή όμως μεταρρύθμιση και συμμόρφωση με τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης θα εσήμαινε αυτόματη κατάργηση του μετα-Κεμαλικού κράτους και εκούσια απόσυρση των στρατιωτικών, πράγμα αδύνατον, μοιραίως η σχέση Ευρώπης-Τουρκίας θα πρέπει να διατυπωθεί σε μία διαφορετική πλατφόρμα, η οποία ασφαλώς δεν μπορεί να είναι ίδια με αυτή που μοιράζονται τα σημερινά μέλη της Ένωσης. Δεδομένης της στρατηγικής σημασίας της χώρας, τη στενή συμμαχική σχέση της με τις ΗΠΑ και της οικονομικής της οντότητας μοιραίως οδηγούμεθα προς μία ειδική σχέση και κατ΄ επέκταση τη δημιουργία μιας νέας και αναβαθμισμένης τάξης διασυνδεδεμένων ή «ισοδύναμων» εάν θέλετε μελών της Ε.Ε.
Σε αυτή τη νέα τάξη, πρώτο μέλος της οποίας θα ήτο η Τουρκία, θα μπορούν να ενταχθούν κράτη εκτός Ευρωπαϊκής ηπείρου, τα οποία όμως θα πληρούν κάποια ελάχιστα οικονομικά κριτήρια και οι οικονομικές και κοινωνικές επιδόσεις τους θα ελέγχονται βάσει της πράξης προσχώρησης τους. Δόκιμα μέλη σε αυτή την ειδική τάξη θα μπορούσαν να είναι χώρες όπως το Ισραήλ ή ακόμα και ορισμένες χώρες του Μαγκρέμπ, της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ.α. Ίσως η επιδίωξη για την δημιουργία μιας τέτοιας ειδικής «τάξης» να συνέφερε τελικά πολύ περισσότερο τις ενδιαφερόμενες χώρες αλλά και την ίδια την Ε. Ένωση. Οι «ισοδύναμες» χώρες-μέλη χωρίς ν΄ αλλάξουν ουσιαστικά τα μοντέλα διακυβέρνησης τους, τα οποία ναι μεν μπορεί να μην είναι απόλυτα δημοκρατικά αλλά τους εξασφαλίζουν μία εσωτερική ισορροπία και ειρήνη, συσχετιζόμενες με την Ε.Ε. θα βοηθηθούν να εκσυγχρονίσουν την οικονομία τους και να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού των. Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση με τη δημιουργία μιας νέας τάξης μελών θα διευρύνει ουσιαστικά τη ζώνη πολιτικής και οικονομικής επιρροής της σε μακροπρόθεσμη και διαρκώς αναπτυσσόμενη βάση. Μία προοπτική βέβαια που δεν συμφέρει καθόλου τις ΗΠΑ αφού δεν εξυπηρετεί τα στρατηγικά σχέδια τους σε στρατιωτικό, οικονομικό και εμπορικό επίπεδο. Αλλά αυτό, στην μετά Κοπεγχάγη εποχή, θα πρέπει να απασχολήσει περισσότερο τους Αμερικανούς παρά τους Ευρωπαίους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" στις 21 Δεκεμβρίου 2002.