Και το τίμημα δεν παραμένει περιφερειακό· διαχέεται και αγγίζει τον πυρήνα της αμερικανικής αξιοπιστίας.
Ο Tom Barrack δεν προέρχεται από το σώμα της επαγγελματικής διπλωματίας. Πρόκειται για πολιτικό διορισμό με έντονο επιχειρηματικό αποτύπωμα. Αυτό, καθαυτό, δεν αποτελεί αμάρτημα. Η δυσλειτουργία όμως εμφανίζεται όταν η κουλτούρα της συναλλαγής επιχειρεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική: όταν η γεωπολιτική αντιμετωπίζεται ως τεχνικό project «σύγκλισης συμφερόντων», αντί ως πεδίο κανόνων, δεσμεύσεων, κόκκινων γραμμών και αποτροπής.
Κύπρος: Από κυρίαρχο κράτος σε «τεχνικό εμπόδιο»
Ενδεικτική διπλωματική αστοχία του Αμερικανού Πρέσβη υπήρξε η παρομοίωση της Κύπρου με «απόστημα» σε ένα υποτιθέμενα «υγιές» περιφερειακό σώμα. Ακόμη κι αν η πρόθεση ήταν να υπογραμμιστεί η ανάγκη ένταξης της στην περιφερειακή εξίσωση, η συγκεκριμένη μεταφορά λειτουργεί θεσμικά διαβρωτικά: μετατοπίζει το βάρος από την κατοχή και τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου σε ένα «εμπόδιο» προς άρση.
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ανάγεται σε πρόβλημα προς «θεραπεία». Αποτελεί κυρίαρχο κράτος υπό παράνομη κατοχή επί 52 χρόνια. Όταν η κρατική υπόσταση και η κατοχή υποβιβάζονται σε «τεχνικές παραμέτρους», η πραγματικότητα αντιστρέφεται: δεν «εξομαλύνεται» το θύμα· οφείλει να περιοριστεί και να συμμορφωθεί ο θύτης.
Το σφάλμα μεταφοράς: Συρία και Τουρκία δεν ταυτίζονται
Εδώ αναδεικνύεται το κεντρικό σφάλμα το οποίο ο κύριος Μπάρακ οφείλει να αντιληφθεί: η μηχανική μεταφορά πρακτικών από ένα πεδίο χάους σε ένα θεσμικά οργανωμένο σύστημα ασφάλειας. Η Συρία αποτελεί περιβάλλον διαχείρισης κατάρρευσης, εκτός δυτικού θεσμικού πλαισίου, όπου οι διευθετήσεις συχνά λειτουργούν ως προσωρινές «γέφυρες» ελέγχου ζημιών.
Η Τουρκία, αντιθέτως, συνιστά κράτος–μέλος του ΝΑΤΟ, συμβαλλόμενο σε διεθνείς συνθήκες και ενταγμένο —έστω προβληματικά— στο δυτικό σύστημα ασφάλειας. Υπό αυτό το πρίσμα, τα deals δεν μπορούν να υποκαθιστούν κανόνες. Λειτουργούν, στην καλύτερη εκδοχή τους, ως τεστ θεσμικής πειθαρχίας. Αν η Άγκυρα «ανταμείβεται» χωρίς συμμόρφωση, τότε η διατλαντική συνοχή μετατρέπεται σε διαπραγματεύσιμο μέγεθος — και η αποτροπή σε εύθραυστο αφήγημα.
F-35: το οικοσύστημα που δεν παζαρεύεται
Η συζήτηση για τα F-35 — που έθιξε προσφάτως ο ίδιος ο πρέσβης Μπάρακ —συμπυκνώνει αυτή την αποτυχία ανάγνωσης. Δεν πρόκειται για διαπραγματεύσιμο αντάλλαγμα, ούτε για «εύκαιρία επανεκκίνησης» που ξεκλειδώνει με μια πολιτική φράση. Πρόκειται για οικοσύστημα υψηλής τεχνολογίας, δεδομένων, διαβαθμισμένης υποστήριξης και αλυσίδας εμπιστοσύνης, ενσωματωμένο σε νομικό και συμμαχικό πλαίσιο.
Οι S-400, οι κυρώσεις (CAATSA), ο έλεγχος του Κογκρέσου, η βαθιά ρωσική διασύνδεση της Άγκυρας σε κρίσιμες υποδομές, αλλά και η παράλληλη ανάπτυξη του KAAN, δεν συνιστούν «παρεκτροπές» που διορθώνονται με πολιτική διαμεσολάβηση. Συνθέτουν θεσμική ασυμβατότητα. Η επανένταξη σε σύστημα πέμπτης γενιάς δεν εμποδίζεται απλώς από πολιτική απροθυμία· προσκρούει στο ίδιο το νομικό και στρατηγικό οικοδόμημα της Δύσης, που υπάρχει ακριβώς για να αποτρέπει την εμπορευματοποίηση της ασφάλειας.
Το διακύβευμα είναι τριγωνικό
Για την Ελλάδα, μια τουρκική ένταξη στο οικοσύστημα του F-35 θα αναδιαμόρφωνε την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, ειδικά σε περιβάλλον όπου η Άγκυρα επενδύει συστηματικά στη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ειρήνης και κρίσης. Για το Ισραήλ, θα άγγιζε τον πυρήνα του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος (QME) — τη θεσμική κόκκινη γραμμή της αμερικανικής πολιτικής ασφαλείας.
Για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, το διακύβευμα βαθαίνει: διαβρώνεται η αξιοπιστία των νόμων τους, εντείνεται ο κίνδυνος τεχνολογικής διαρροής, κλονίζεται η συνεκτικότητα των συμμαχιών και καλλιεργείται σοβαρός ηθικός κίνδυνος (moralhazard). Όταν η σταθερότητα αποτιμάται ως τιμολόγιο, η ισχύς καθίσταται ακριβότερη — και λιγότερο αποτελεσματική.
«Ιστορικά βάρη»; Όχι: ενεργές, τεκμηριωμένες απειλές
Ιδιαίτερα προβληματική αναδεικνύεται η αφήγηση του Τομ Μπάρακ ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές ανάγονται σε «ιστορικά βάρη». Η παραπάνω ανάγνωσηαποπολιτικοποιεί το παρόν και αποθεσμοποιεί το πρόβλημα. Οι εντάσεις δεν συνιστούν κατάλοιπα, αλλά ενεργές και τεκμηριωμένες απειλές: casus belli από το 1995, αναθεωρητικό/νεοοθωμανικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», παρεμβάσεις σε έργα εντός οριοθετημένης ελληνικής ΑΟΖ (παρεμπόδιση πόντισης καλωδίου), το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και, βεβαίως, ησυνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου. Η αναγωγή τους σε «ιστορία» μετατρέπει τη διαρκή παραβίαση του διεθνούς δικαίου σε ζήτημα μνήμης — όχι ευθύνης.
Η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια της σιωπής
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα δεν διαθέτει την πολυτέλεια της σιωπής. Όταν υιοθετούνται ρητορικέςπου εξισώνουν τον θύτη με το θύμα και παρουσιάζουν τη θεσμική συμμόρφωση ως αντικείμενο παζαριού, η Αθήνα οφείλει να απαντά ονομαστικά, τεκμηριωμένα και δημόσια. Όχι απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά απέναντι σε επιλογές που τραυματίζουν τη θεσμική συνοχή της Δύσης και υπονομεύουν το ίδιο το κεφάλαιο αξιοπιστίας της.
Όταν ο Πρέσβης της συναλλαγής υπόσχεται εύκολες λύσεις εκεί όπου απαιτείται στρατηγική συνέπεια, δεν παράγει σταθερότητα· παράγει ρίσκο. Και αυτό το ρίσκο βαραίνει πρωτίστως την ίδια την αμερικανική αξιοπιστία — και, τελικά, την αμερικανική ισχύ.
*Ο Λυκούργος Λιακάκος είναι Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου.