Η Κίνα θέτει τώρα σε εφαρμογή αυτό το σχέδιο. Η συμφωνία που επιτεύχθηκε με τον Καναδά κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Πεκίνο τον Ιανουάριο –η οποία μειώνει τους δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα– ήταν η πρώτη από πολλές που στόχευαν στην άρση της αμερικανικής μόχλευσης. «Μη διακόπτετε τον αντίπαλό σας όταν κάνει λάθος», είπε χαρακτηριστικά ένας Κινέζος αξιωματούχος, αναφερόμενος στην ανατρεπτική εμπορική ατζέντα του Τραμπ.
Η ρητορική του Πεκίνου επίσης έχει αλλάξει άρδην. Από τις εμπρηστικές ιαχές και τον απομονωτισμό του παρελθόντος, οι Κινέζοι διπλωμάτες έχουν περάσει σε μια γοητευτική επίθεση, παρουσιάζοντας τη χώρα τους ως τον τελευταίο υπέρμαχο της πολυμερούς προσέγγισης και του ανοιχτού εμπορίου.
Το Πεκίνο επιδιώκει να αναδιαμορφώσει την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας αγοράς και να μετατρέψει τους δασμούς του προέδρου Τραμπ προς όφελός του.
Η Κίνα δεν περιορίζεται μόνο στις μεγάλες δυνάμεις. Από την εφαρμογή μηδενικών δασμών σε 53 αφρικανικές χώρες μέχρι την παροχή τεχνογνωσίας τεχνητής νοημοσύνης για τον εκσυγχρονισμό των τελωνείων σε γειτονικές χώρες, ο στόχος παραμένει ο ίδιος: η δημιουργία μιας νέας εμπορικής τάξης πραγμάτων με κινεζικά χαρακτηριστικά.
Με άλλα λόγια, η Κίνα φιλοδοξεί να ενσωματωθεί τόσο βαθιά στο παγκόσμιο εμπόριο, ώστε οι εταίροι να μην έχουν την πολυτέλεια να αποσυνδεθούν υπό την πίεση των ΗΠΑ. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν αναλυτές του Ινστιτούτου Αμερικανικών Σπουδών της CASS, η «αντι-αποσύνδεση» αποτελεί πλέον την εθνική προτεραιότητα. Το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ωστόσο, που αγγίζει το 1,2 τρισ. δολάρια, περιπλέκει τις φιλοδοξίες της και προκαλεί νευρικότητα ακόμη και στους πιο πρόθυμους εταίρους.
Η Ε.Ε. ιδίως παραμένει επιφυλακτική, με κορυφαίους διπλωμάτες να χαρακτηρίζουν τις προτάσεις του Πεκίνου ως «καθαρή προπαγάνδα», φοβούμενοι ότι οι κινεζικές εταιρείες θα κατακλύσουν την ευρωπαϊκή αγορά με προϊόντα χαμηλού κόστους για να καλύψουν την ασθενή εσωτερική ζήτηση.
Η πρόσφατη αξιολόγηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου υπογραμμίζει αυτό ακριβώς το δομικό πρόβλημα. Παρά την ανθεκτικότητα της κινεζικής οικονομίας, η οποία αναπτύχθηκε με 5% το 2025, η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει αναιμική. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι ο ασιατικός γίγαντας πρέπει να μεταβεί επειγόντως σε ένα μοντέλο ανάπτυξης με γνώμονα την εσωτερική κατανάλωση, αν θέλει να εκτονώσει τις διεθνείς εντάσεις και να διατηρήσει τη μακροπρόθεσμη δυναμική του. Το Πεκίνο δαπανά περίπου το 4% του ΑΕΠ του σε επιδοτήσεις εταιρειών σε κρίσιμους τομείς και το ΔΝΤ προτείνει τη μείωση αυτού του ποσοστού κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Καθώς η Κίνα προετοιμάζεται για το επόμενο πενταετές σχέδιο που θα παρουσιαστεί τον Μάρτιο, το διακύβευμα είναι ξεκάθαρο. Το Πεκίνο ποντάρει στην τεχνητή νοημοσύνη, στο ψηφιακό εμπόριο και στις στρατηγικές συνεργασίες για να θωρακίσει την οικονομία του. Η προσέγγιση του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ με την Κίνα και η επικείμενη επίσκεψη του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς στη Σαγκάη δείχνουν ότι η κινεζική στρατηγική βρίσκει ευήκοα ώτα σε μια Ευρώπη που αναζητά ισορροπίες.
Το ερώτημα είναι αν η Κίνα θα καταφέρει να πείσει τον κόσμο ότι η άνοδός της δεν απειλεί τις τοπικές βιομηχανίες.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)