Σύμφωνα με συμμετέχοντες που μίλησαν στο The Grayzone, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τραμπ άσκησε πίεση για την «άμεση επανεκκίνηση» των επιχειρήσεων στη Βενεζουέλα, προκαλώντας έντονες συζητήσεις ανάμεσα στα στελέχη του κλάδου, τα οποία εξέφρασαν δυσφορία για την «επιβολή πολιτικής ατζέντας» στις ιδιωτικές εταιρείες.
Βενεζουέλα: επενδυτικό πλάνο και περιορισμοί παραγωγής
Δύο εβδομάδες πριν από τη σύνοδο, οι ΗΠΑ είχαν εντείνει την πίεση στον Μαδούρο, εν μέρει μέσω στρατιωτικής παρουσίας και αυστηρότερων κυρώσεων στον ενεργειακό τομέα, με στόχο τον έλεγχο και τη χρήση των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας προς όφελος της Ουάσιγκτον.
Παρά ταύτα, οι εκπρόσωποι του κλάδου τόνισαν ότι η χώρα δεν μπορεί βραχυπρόθεσμα να αυξήσει την παραγωγή σε επίπεδα «χρυσοφόρας» εκμετάλλευσης. Ο Bob McNally, σύμβουλος της Rapidan Energy Group και πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος ενέργειας επί προεδρίας Μπους, επισήμανε στη σύνοδο: «Δεν μπορείτε να μπείτε στη Βενεζουέλα, να ανοίξετε μια στρόφιγγα και να περιμένετε να ρέουν 3 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Αυτό απαιτεί χρόνια, ίσως και δεκαετίες». Σύμφωνα με τον McNally, ο στόχος είναι να αυξηθεί η παραγωγή από κάτω του 1 εκατ. βαρελιών ημερησίως στα 3–4 εκατ., κάτι που προϋποθέτει σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο και μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Darren Woods, χαρακτήρισε τη Βενεζουέλα «μη επενδύσιμη», επικαλούμενος τις νομικές και εμπορικές δομές που διαμορφώθηκαν επί των προεδριών Τσάβες και Μαδούρο. Η προσωρινή πρόεδρος Delcy Rodriguez, η οποία εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις ελεύθερης αγοράς, επαινέθηκε από τον Τραμπ, ενώ ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Chris Wright επισκέφθηκε μαζί της τη ζώνη Ορινόκο, αναδεικνύοντας την πιθανή περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της κρατικής PDVSA.
Γεωπολιτικοί και στρατηγικοί κίνδυνοι
Σύμφωνα με συμμετέχοντες, η επιχειρηματική δραστηριότητα στη Βενεζουέλα ενδέχεται να επηρεαστεί από την παρουσία ένοπλων οργανώσεων όπως οι FARC και ELN στη γειτονική Κολομβία. Παράλληλα, η περιθωριοποίηση διεθνών επενδυτών μπορεί να οδηγήσει σε γεωπολιτικές εντάσεις. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές παρατηρήσεις της συνόδου ήταν ότι η πολιτική Τραμπ στη Βενεζουέλα δεν φαίνεται να καθοδηγείται μόνο από τα οικονομικά συμφέροντα των πετρελαϊκών, αλλά και από ιδεολογικές πιέσεις του κύκλου του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και της κουβανο-βενεζουελάνικης κοινότητας της Νότιας Φλόριντα. Ένας συμμετέχων συνοψίζει: «Αυτή τη φορά την ατζέντα τη θέτει ο πολιτικός. Πρόκειται για ρήξη στη διαχρονική σχέση μεταξύ κυβέρνησης και πετρελαϊκού λόμπι».
Ιράν: στρατηγική ευκαιρία για την αγορά
Στο Ιράν, η διάθεση των στελεχών ήταν σαφώς πιο θετική. Ο McNally εξέφρασε ενθουσιασμό για ένα σενάριο όπου οι ΗΠΑ θα άνοιγαν πρεσβεία στην Τεχεράνη και η χώρα θα περνούσε σε «φιλοαμερικανική» διακυβέρνηση. Ένα τέτοιο σενάριο θα προσέφερε σημαντικότερες ευκαιρίες για την αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία, πιθανώς μεγαλύτερες από αυτές της Βενεζουέλας.
Η προσδοκία αυτή συνδέεται με τις αναταραχές της 8–9 Ιανουαρίου 2026 στο Ιράν και τη συζήτηση στη Δύση περί αλλαγής καθεστώτος, θέτοντας παράλληλα το ενεργειακό ρίσκο σε υψηλή θέση στην ατζέντα των εταιρειών.
Πολιτιστική διάσταση: το λόμπι στο Χόλιγουντ
Η σύνοδος ολοκληρώθηκε με παρουσίαση της επιρροής του πετρελαϊκού λόμπι στον πολιτισμό, μέσω της σειράς Landman στην πλατφόρμα Paramount+. Ο πρόεδρος του API, Mike Sommers, επαίνεσε τη σειρά επειδή παρουσιάζει θετικά τον αμερικανικό πετρελαϊκό τομέα, ενώ σύμφωνα με το Axios, το API διέθεσε επταψήφιο διαφημιστικό προϋπολογισμό για την υποστήριξή της.
Στη σειρά, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Billy Bob Thornton διαπραγματεύεται με μεξικανικό καρτέλ, παρουσιάζοντας την εξόρυξη πετρελαίου ως «ζωτικής σημασίας» εθνική αποστολή, τονίζοντας την στρατηγική σημασία των ενεργειακών υποδομών για τις ΗΠΑ.
Η σύνοδος του API αναδεικνύει τις αντιθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και πετρελαϊκών εταιρειών στις ΗΠΑ, την ανάγκη μακροπρόθεσμων στρατηγικών επενδύσεων στη Βενεζουέλα, αλλά και τις στρατηγικές ευκαιρίες στο Ιράν, υπό όρους πολιτικής σταθερότητας και διεθνούς διπλωματικής στήριξης.
Η αγορά παραμένει αντιμέτωπη με σύνθετους γεωπολιτικούς κινδύνους, ενώ οι εταιρείες καλούνται να αξιολογήσουν επενδυτικές στρατηγικές που συνδυάζουν τεχνική βιωσιμότητα και πολιτική ρεαλιστικότητα.