την πρωτοβουλία αυτή και πώς θα επηρεάσει μια σειρά από ήδη περιορισμένες αγορές μετάλλων. Επιπλέον, επιδιώκουν να κατανοήσουν πώς θα λειτουργήσει η γιγαντιαία αυτή προσπάθεια και αν θα αποδιοργανώσει τις παγκόσμιες αγορές.
Στο πλαίσιο του Σχεδίου Vault, το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα στις 2 Φεβρουαρίου, οι ΗΠΑ θα αγοράζουν και θα αποθηκεύουν προμήθειες έκτακτης ανάγκης από μια σειρά κρίσιμων ορυκτών για κατασκευαστές όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες, ώστε να τα χρησιμοποιούν σε περιόδους κρίσης. Η US Export-Import Bank θα διαθέσει δάνεια 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων για να βοηθήσει στη χρηματοδότηση της προμήθειας μετάλλων - συμπεριλαμβανομένων σπάνιων γαιών και γαλλίου – τα οποία θα αγοράζουν τρεις εμπορικές εταιρείες.
Συγκεκριμένα, οι εμπορικοί οίκοι του τομέα των πρώτων υλών, οι Mercuria, Hartree Partners και Traxys, θα βγουν στην αγορά για να προμηθευτούν τα υλικά βάσει του σχεδιασμού της αμερικανικής κυβέρνησης
Στο Σχέδιο Vault συμμετέχουν ήδη περισσότερες από δώδεκα μεγάλες εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι General Motors Co, Stellantis NV, Boeing Co, Corning Inc, GE Vernova Inc και η Google της Alphabet.
Σύμφωνα με ανώτατους αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης, το Σχέδιο θα περιλαμβάνει ιδιωτικά κεφάλαια ύψους 1,67 δισ. δολαρίων σε συνδυασμό με δάνειο ύψους 10 δισ. δολαρίων από την US Export-Import Bank, ώστε να αγοράζονται και να αποθηκεύονται κρίσιμα ορυκτά για λογαριασμό αυτοκινητοβιομηχανιών, τεχνολογικών κολοσσών και άλλων μεγάλων κατασκευαστών.
Η ανακοίνωση έγινε κατά τη διάρκεια μιας έντονης εβδομάδας για την αμερικανική διπλωματία στον τομέα των ορυκτών, τη στιγμή που αξιωματούχοι στην Ουάσινγκτον υποδέχονταν εκπροσώπους δεκάδων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Αργεντινής, της Βραζιλίας και της Νότιας Κορέας, και, στη συνέχεια, υπέγραψαν διμερείς συμφωνίες ενώ αναφέρθηκαν σε σχέδια για τη δημιουργία μιας εμπορικής ζώνης για κρίσιμα ορυκτά με συμμάχους των ΗΠΑ, όπως η Ιαπωνία και η ΕΕ. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες για το πώς θα λειτουργήσει το Vault παραμένουν περιορισμένες, με τους traders και τους αναλυτές να επισημαίνουν ότι η προσπάθεια είναι πιθανό να θέσει τις ΗΠΑ σε ανταγωνισμό με τα άλλα δυτικά κράτη που αγωνίζονται να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα για κρίσιμα ορυκτά.
«Στο τέλος της ημέρας, ο υπόλοιπος κόσμος θα ανταγωνίζεται τώρα τους Αμερικανούς» για αυτά τα υλικά, δήλωσε στους Financial Times ο Jan Giese, trader μετάλλων στην Tradium με έδρα τη Φρανκφούρτη. «Έχετε έναν παίκτη στην αγορά τώρα με σχεδόν ατελείωτα βαθιές τσέπες» που θέλει να αγοράσει ποσότητες στις αγορές μετάλλων οι οποίες είναι ήδη σφιχτές. Αυτό «σίγουρα» θα έχει αντίκτυπο στις τιμές των μετάλλων, ειδικά στις μικρές αγορές εξειδικευμένων ορυκτών, τονίζει ο Giese, προσθέτοντας ότι «θα τους ασκήσει μεγαλύτερη πίεση».
Το Vault αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας των ΗΠΑ να σπάσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα για ένα ευρύ φάσμα μετάλλων που είναι ζωτικής σημασίας για μια σειρά από βιομηχανίες, όπως η ενέργεια, η τεχνολογία και η άμυνα - τον έλεγχο των οποίων το Πεκίνο έχει δείξει προθυμία να μετατρέψει σε όπλο. Υπενθυμίζεται ότι η Κίνα περιόρισε την πρόσβαση σε μια σειρά μετάλλων, συμπεριλαμβανομένων των σπάνιων γαιών, στους Αμερικανούς αγοραστές κατά τη διάρκεια του περσινού εμπορικού πολέμου με την Ουάσινγκτον.
Ο Άνταμ Μιούλερβαϊς, πρόεδρος του Συνασπισμού Υπεύθυνων Μπαταριών, δήλωσε στους Financial Times: «Το Project Vault βοηθά να διασφαλιστεί ότι οι Αμερικανοί δεν θα γίνουν ποτέ όμηροι ανταγωνιστικών αλυσίδων εφοδιασμού για κάτι τόσο απαραίτητο». Ωστόσο, η αποθήκευση αντιβαίνει σε μια πολυμερή προσέγγιση, τονίζει, από την πλευρά του, ο Πάτρικ Σρέντερ, ειδικός στη βιωσιμότητα και τη διαχείριση των πόρων στο think-tank Chatham House. Τέτοιες προσπάθειες αποτελούν «μια λύση έκτακτης ανάγκης, αλλά όχι μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για τη δημιουργία ενός λειτουργικού διεθνούς πλαισίου για κρίσιμα ορυκτά», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, για να προσθέσει ότι, μόλις οι ΗΠΑ αρχίσουν να το κάνουν, «και άλλες χώρες θα αυξήσουν επίσης τα αποθέματά τους».
Πράγματι, ο Albéric Mongrenier, εκτελεστικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για την Ενεργειακή Ασφάλεια, δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «θα πρέπει να αναπτύξει ένα παρόμοιο μοντέλο καθώς εργάζεται για την δημιουργία του δικού της αποθέματος», σημειώνοντας ότι «η Ευρώπη ακολουθεί ολοένα και περισσότερο τις ΗΠΑ».
Ωστόσο, οι λεπτομέρειες για το ποια μέταλλα θα αγοραστούν, από πού και σε ποιες ποσότητες παραμένουν ασαφείς.
«Η αγορά περιμένει απαντήσεις σχετικά με τους όγκους, τα μέταλλα και τα χρονοδιαγράμματα προτού μπορέσει να αποτιμήσει οτιδήποτε», δήλωσε ο Chris Welch του πρακτορείου αναφοράς τιμών Argus Media.
Από την άλλη, ο George Griffiths, επικεφαλής συναλλαγών στην AMT Futures, σημειώνει ότι ένα σημαντικό ερώτημα επικεντρώνεται στο γεγονός ότι η αποθήκευση μετάλλων για οποιαδήποτε χρονική περίοδο κοστίζει χρήματα, καθώς υπάρχουν τέλη χρηματοδότησης και αποθήκευσης. «Δεν μου είναι σαφές ποιος υποτίθεται ότι πληρώνει αυτή την χρέωση» και αν το βάρος βαρύνει τον δημόσιο τομέα ή μετακυλίεται στους κατασκευαστές που επιθυμούν να αντλήσουν από τα αποθέματα που προβλέπει το Σχέδιο Vault.
Οι αναλυτές επισημαίνου, επιπλέον, ότι πολλά από τα ορυκτά που βρίσκονται σε έλλειψη είναι δύσκολο να βρεθούν εκτός Κίνας και το Πεκίνο μπορεί να μην βλέπει ευνοϊκά την πώλησή τους σε ένα αμερικανικό απόθεμα. Για περισσότερα από 20 μέταλλα, ανάμεσα στα οποία το γάλλιο, το γερμάνιο και του λίθιο, η Κίνα αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ήμισυ της παγκόσμιας ραφιναρισμένης ή επεξεργασμένης προσφοράς, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Project Blue.
Ωστόσο, η προσπάθεια των ΗΠΑ για αποθήκευση θα μπορούσε να είναι ένας πολύ απαραίτητος αγοραστής για παραγωγούς εκτός Κίνας, οι οποίοι έχουν βγει πιο πρόσφατα στην αγορά και οι οποίοι ιστορικά δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν τις κινεζικές εταιρείες εξόρυξης χαμηλότερου κόστους. Μεταξύ των παρευρισκομένων στα εγκαίνια του φιλόδοξου σχεδίου στο Οβάλ Γραφείο ήταν ο επιχειρηματίας του τομέα της εξόρυξης και δισεκατομμυριούχος Robert Friedland, συμπρόεδρος της Sunrise Energy Metals, η οποία αναπτύσσει ένα έργο σκανδίου στην Αυστραλία. Ο Friedland έχει ιδρύσει επίσης την Ivanhoe Mines, η οποία βρίσκεται σε συνομιλίες με την Mercuria και την Gécamines, την κρατική εταιρεία εξόρυξης της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, για την προμήθεια υλικού από το ορυχείο ψευδαργύρου-χαλκού-μολύβδου-γερμανίου-γαλλίου Kipushi στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, οι Financial Times τονίζουν ότι οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι νεοεισερχόμενοι θα πρέπει να είναι προσεκτικοί ώστε να μην εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους στο ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα συμπεριφερθεί ως εγγυημένος ή μακροπρόθεσμος αγοραστής, προειδοποίησαν οι αναλυτές. «Μια σημαντική εισροή κεφαλαίου για τη δημιουργία αποθεμάτων θα σφίξει περαιτέρω τις ήδη περιορισμένες αγορές για ορισμένα προϊόντα σπάνιων γαιών», δήλωσε ο David Merriman, διευθυντής έρευνας στο Project Blue. Ωστόσο, προσθέτουν ότι «τα αποθέματα δεν αποτελούν μια μακροπρόθεσμη, βιώσιμη αγορά για τους παραγωγούς και μπορούν να διορθώσουν απότομα τις τιμές εάν σταματήσουν οι αγορές ή κυκλοφορήσουν μαζικά νέες ποσότητες».