Σε ό,τι αφορά τους όρους των συμφωνιών και το κατά πόσον επέτυχε όντως ο Τραμπ να εξυπηρετήσει επαρκώς τα συμφέροντα των ΗΠΑ, η εικόνα είναι σαφής. Για όσους θεωρούν πως στο εμπόριο τα ελλείμματα ισοδυναμούν με αποτυχία και τα πλεονάσματα με επιτυχία, ο Τραμπ υπήρξε σαφώς νικητής.
Με τον Τραμπ διαπραγματευτή, η Αμερική διασφάλισε μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές του κόσμου για τις εξαγωγές της, υποσχέσεις για κατάργηση άλλων περιορισμών πέραν των δασμών και για εκτεταμένες επενδύσεις εντός των ΗΠΑ. Σε ό,τι αφορά το πόσα έχασαν οι εμπορικοί εταίροι της υπερδύναμης, η εικόνα είναι περίπλοκη. Οι χώρες που κατόρθωσαν να διασφαλίσουν τη μεγαλύτερη πρόσβαση στην αμερικανική αγορά και παράλληλα να παραχωρήσουν τα λιγότερα ήταν η Αργεντινή και η Βρετανία. Διασφάλισαν αρκετά χαμηλούς δασμούς, συγκεκριμένα 10%, και ορισμένα προνόμια, όπως το να μπορούν να πουλούν στους Αμερικανούς μεγάλες ποσότητες βοδινού κρέατος που δεν θα υπόκειται σε δασμούς. Οι βρετανικές εταιρείες θα μπορούν να πουλούν 100.000 αυτοκίνητα ετησίως με δασμούς 10% και θα έχουν μειωμένους δασμούς στα εξαρτήματα αυτοκινήτων και στον χάλυβα. Σε αντάλλαγμα προσέφεραν στις αμερικανικές επιχειρήσεις αυξημένη πρόσβαση στις αγορές τους και απέφυγαν τους σκληρούς όρους που έθεσε ο Ντόναλντ Τραμπ σε άλλες χώρες.
Οι χώρες που θα υποστούν τις μεγαλύτερες ζημιές είναι η Μαλαισία και η Καμπότζη, που, προκειμένου να περιοριστούν οι δασμοί τους στο 19%, προσέφεραν σαρωτικές παραχωρήσεις.
Με σημαντικούς εταίρους της Ουάσιγκτον, όπως η Ε.Ε. και η Ινδία, έχει συμφωνήσει πολύ πιο χαλαρό «πλαίσιο εργασιών». Οπως σχολιάζει σε σχετικό δημοσίευμά του ο Economist, η έκτασή τους είναι μικρή, μέχρι οκτώ σελίδες, ενώ είναι γεμάτες νεφελώδεις διακηρύξεις όπως ότι «οι χώρες προτίθενται να συζητήσουν» περαιτέρω. Και καμία δεν έχει λάβει έως τώρα την έγκριση του Κογκρέσου. Γενικότερα είναι γεγονός ότι οι σημαντικότεροι και ισχυρότεροι εμπορικοί εταίροι της υπερδύναμης, Ε.Ε., Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Ταϊβάν, δεν παραχώρησαν και τόσο πολλά. Οι συγκεκριμένες χώρες ελέγχουν από κοινού τα πάντα, από τις εφοδιαστικές αλυσίδες των βιομηχανιών μέχρι τους ιδιαίτερα προηγμένους μικροεπεξεργαστές και κατά συνέπεια είχαν και περισσότερα περιθώρια για ουσιαστική διαπραγμάτευση. Μπόρεσαν, έτσι, να περιορίσουν τους δασμούς στο 15%, αλλά και να προστατεύσουν από τους δασμούς σημαντικά προϊόντα τους όπως τα αυτοκίνητα, τα φάρμακα και τους μικροεπεξεργαστές.
Σε αντάλλαγμα, συμφώνησαν να ελαχιστοποιήσουν ή και να καταργήσουν τους δασμούς σε πολλά βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα των ΗΠΑ, αλλά και να χαλαρώσουν τους εκτός των δασμών περιορισμούς στις εισαγωγές αμερικανικών οχημάτων. Και παράλληλα, έδωσαν κάποιες υπερβολικές υποσχέσεις, που μάλλον είναι απίθανο να τηρήσουν. Οπως, για παράδειγμα, η υπόσχεση της Ε.Ε. πως θα εισαγάγει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισ. δολ. ή η υπόσχεση της Ταϊβάν πως θα επενδύσει 250 δισ. δολ. στην αμερικανική αγορά. Κάτι παρόμοιο έγινε και με την Ινδία, μια μέτρια συμφωνία δηλαδή, καθώς η ραγδαία αναπτυσσόμενη ασιατική χώρα διαπραγματεύθηκε από θέσεως μερικής εξάρτησης. Προέβη, έτσι, σε μερικές επιμέρους αλλά όχι σαρωτικές υποχωρήσεις και αυξημένη πρόσβαση στην αγορά της για τα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, αλλά και για ορισμένες πολιτικά ευαίσθητες εξαγωγές των ΗΠΑ όπως το γενετικώς τροποποιημένο καλαμπόκι. Διασφάλισε, πάντως, αμοιβαίους δασμούς 18% αλλά και εξαιρέσεις σε ορισμένα γενόσημα φάρμακα, σε αεροσκάφη και εξαρτήματα αυτοκινήτων.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι χώρες που θα υποστούν τις μεγαλύτερες ζημιές είναι η Μαλαισία και η Καμπότζη, οι οποίες μην έχοντας εναλλακτικές αγορές για τα προϊόντα τους και μοχλό άσκησης πίεσης στην υπερδύναμη, έσπευσαν τάχιστα να κλείσουν συμφωνίες. Προκειμένου να περιοριστούν οι δασμοί τους σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο 19% και να διασφαλίσουν κάποιες εξαιρέσεις, οι δύο χώρες προσέφεραν σαρωτικές παραχωρήσεις όπως η κατάργηση των δασμών σε αμερικανικά προϊόντα και η χαλάρωση ορισμένων κανόνων για την προστασία της δημόσιας υγείας. Ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν πάντως πως πρόκειται για πύρρειο νίκη του Τραμπ. Οπως τονίζουν, τους δασμούς τους πληρώνουν οι Αμερικανοί καταναλωτές και οι αμερικανικές επιχειρήσεις, ενώ πρακτικά οι δασμοί μειώνουν τον ανταγωνισμό. Και οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ αναγκάζονται να ανοίξουν τις αγορές τους και μακροπρόθεσμα μπορεί να έχουν το μεγαλύτερο όφελος όσες χώρες παραχώρησαν τα περισσότερα.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)