Τον χειμώνα δεν μπορούν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την κατοικία τους, το καλοκαίρι δεν μπορούν να την έχουν επαρκώς δροσερή. Ο λόγος για σημαντική μερίδα των νοικοκυριών στην Ελλάδα, που βιώνουν ποικιλοτρόπως την ενεργειακή φτώχεια, οι συνέπειες της οποίας είναι ακόμη πιο έντονες εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής και της βιαιότητας με την οποία αυτή ολοένα και συχνότερα εκδηλώνεται.
Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Eurofound (σ.σ. πρόκειται για το ευρωπαϊκό ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας) το 46,1% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δήλωσε οικονομική αδυναμία να έχει επαρκώς δροσερό το σπίτι του. Πρόκειται για το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και υψηλότερο από το μέσο ποσοστό που καταγράφηκε στην έρευνα (38,2%). Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο εάν αναλογισθεί κάποιος ότι οι χώρες στις οποίες καταγράφηκαν υψηλότερα ποσοστά από την Ελλάδα (Πολωνία, Σλοβακία και Λιθουανία) είναι κατά τεκμήριο πιο δροσερές και δεν χρειάζονται τόσο συχνά οι κατοικίες κλιματισμό για ψύξη.
Το υψηλό ποσοστό, εξάλλου, στην Ελλάδα είναι ακόμη πιο προβληματικό αφού στην ίδια έρευνα το 62,4% δήλωσε ότι το σπίτι του πλέον είναι πολύ ζεστό το καλοκαίρι. Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα η Eurostat δημοσιοποίησε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία στην Ελλάδα καταγράφηκε το 2024 το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. πολιτών που αδυνατούν να έχουν επαρκή θέρμανση στα σπίτια τους (20%).
Οι συνθήκες κλιματισμού των κατοικιών δεν είναι η μοναδική πρόκληση για τα νοικοκυριά στην Ελλάδα από την κλιματική αλλαγή και τα ολοένα και πιο έντονα καιρικά φαινόμενα. Το 41,1% δηλώνει ότι επηρεάζεται η καθημερινότητά του από τους καπνούς των δασικών πυρκαγιών, ενώ το 31,5% –ποσοστό ιδιαιτέρως υψηλό για μια ανεπτυγμένη χώρα– δηλώνει ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα στην πρόσβαση σε επαρκές και ασφαλές νερό.
Η μεγαλύτερη ανησυχία των κατοίκων στην Ελλάδα σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής –όχι άδικα με βάση τα όσα συμβαίνουν κάθε καλοκαίρι– είναι το ενδεχόμενο συχνότερων και μεγαλύτερων δασικών πυρκαγιών (το 59,6% διατυπώνει πολύ μεγάλο προβληματισμό), η περιορισμένη πρόσβαση σε ασφαλές και επαρκές νερό (μεγάλη ανησυχία από το 43,4%), η διαταραχή της καθημερινότητας και της ευημερίας από τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες (43,3%), η περιορισμένη πρόσβαση σε εγχώρια φρούτα και λαχανικά και σε οπωροκηπευτικά εποχής λόγω των ζημιών που προκαλούν τα έντονα καιρικά φαινόμενα (38,2%) και οι συχνότερες και πιο έντονες πλημμύρες (33%).
Την ίδια ώρα, βεβαίως, είτε λόγω οικονομικής αδυναμίας είτε λόγω αδιαφορίας παραμένει χαμηλό το ποσοστό της λήψης προληπτικών μέτρων από τους ίδιους τους κατοίκους. Τέσσερις στους δέκα έχουν ενισχύσει τη μόνωση σε τοίχους και οροφή των κατοικιών, περίπου έξι στους δέκα έχουν τοποθετήσει κλιματισμό ή συστήματα εξαερισμού, αλλά το 81% δεν έχει κάνει τίποτα για να αποτρέψει να πλημμυρίσει το σπίτι του, ενώ ακόμη περισσότεροι, 92,6%, είναι αυτοί που δεν προχωρούν σε καμία ενέργεια συγκέντρωσης βρόχινου νερού για χρήση, π.χ. στο πότισμα. Το 23%, τέλος, δηλώνει ότι έχει ασφαλίσει την κατοικία του για φυσικές καταστροφές, ποσοστό που μπορεί να συνδέεται κυρίως με το γεγονός της παροχής έκπτωσης στον ΕΝΦΙΑ.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)