Τέλος, οι εξαγωγές ανήλθαν στις 50,861 MWh και οι εισαγωγές στις 11,892 MWh.
Εν τω μεταξύ, για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κινείται σε επίπεδα τιμών που έως πρόσφατα θα θεωρούνταν αδιανόητα. Μετά τον Ιανουάριο του 2026, οι πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου επιβεβαιώνουν μια τάση που φανερώνει μια αλλαγή σκηνικού στην αγορά ρεύματος. Η χονδρική τιμή στην ηλεκτρική ενέργεια όχι μόνο αποκλιμακώνεται, αλλά για πρώτη φορά κατατάσσεται μεταξύ των χαμηλότερων στην Ευρώπη.
Αυτή η εξέλιξη τροφοδοτεί σενάρια τόσο για το βαθμό ωρίμανσης της εγχώριας αγοράς, όσο και για το αν αρχίζουν να αποδίδουν προς όφελος των καταναλωτών, η στρατηγική επιλογή της ενεργειακής μετάβασης.
Κυβερνητικά στελέχη ερμηνεύουν την εξέλιξη ως ένδειξη ότι η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ και η αναδιάρθρωση του ενεργειακού μείγματος αρχίζουν να λειτουργούν ως ανάχωμα στις έντονες διακυμάνσεις των διεθνών τιμών της ενέργειας.
Ενδεικτικά, τον περασμένο μήνα, η μέση τιμή στον ηλεκτρισμό, στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε στα 108,67 ευρώ/MWh, ήτοι, μειωμένη κατά περίπου -1% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025. Αυτή η τάση αυτή συνεχίστηκε και στο πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου, με την Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς της Αγοράς Επόμενης Ημέρας να υποχωρεί περαιτέρω στα 107,69 ευρώ/MWh.

(Χάρτης χονδρικών τιμών στον ηλεκτρισμό στην Ευρώπη, 10 Φεβρουαρίου 2026. Πηγή: ΡΑΕΕΥ)
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές είναι αποκαλυπτική. Σε μια χρονική συγκυρία όπου οι περισσότερες αγορές της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης καταγράφουν αυξήσεις τιμών, η ελληνική κινείται στο ίδιο επίπεδο με τη γερμανική και αισθητά χαμηλότερα από γειτονικές αγορές, όπως της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας, αλλά και από αγορές όπως η Πολωνία, η Αυστρία και η Ιταλία.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται και μια εντυπωσιακή μεταστροφή τάσης στην Σκανδιναβία, όπου οι χαμηλές χονδρικές τιμές στον ηλεκτρισμό λειτουργούσαν για χρόνια ως σημείο αναφοράς, λόγω των υδροηλεκτρικών. Σήμερα αυτές οι αγορές καταγράφουν έντονη άνοδο. Στην Φινλανδία και την Νορβηγία, οι τιμές κινούνται εγγύς ή και άνω των 190 ευρώ/MWh, ενώ και η Δανία προσεγγίζει τα επίπεδα των τιμών που καταγράφοντα στην Κεντρική Ευρώπη.
Στον αντίποδα, οι αγορές της Ιβηρικής καταγράφουν εξαιρετικά χαμηλές τιμές χονδρικής στο ρεύμα, χάρη στην υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ, και ιδιαίτερα της αιολικής ενέργειας στην Ισπανία. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας σε αυτή τη χώρα κινείται χαμηλότερα από τα 5 ευρώ/MWh, ενώ η αντίστοιχη στην αγορά της Πορτογαλίας κινείται ακόμη χαμηλότερα.
Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής εικόνας παίζουν και οι καιρικές συνθήκες. Στην Ελλάδα, ο ήπιος χειμώνας περιορίζει τη ζήτηση, αποτρέποντας την ενεργοποίηση των ακριβότερων μονάδων φυσικού αερίου. Αντίθετα, στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, το κύμα ψύχους και η μειωμένη παραγωγή από φωτοβολταϊκά αυξάνουν την εξάρτηση από το ορυκτό καύσιμο για ηλεκτροπαραγωγή και θέρμανση.
Πρόσθετη πίεση στις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης ασκεί και η αύξηση των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από την Ουκρανία, λόγω των συνεχιζόμενων ρωσικών επιθέσεων στις ενεργειακές της υποδομές. Η εξέλιξη ευνοεί εμμέσως την Ελλάδα, καθώς ενισχύει τις εξαγωγές της, που αντιστοιχούν, σήμερα, σχεδόν στο ένα τέταρτο των συνολικών πωλήσεων της ελληνικής αγοράς.
Η σχετική σταθεροποίηση της χονδρικής αγοράς τον Ιανουάριο είχε και άμεσο αντίκτυπο στους καταναλωτές. Οι πάροχοι διατήρησαν τις τιμές της κιλοβατώρας στα «πράσινα» τιμολόγια του Φεβρουαρίου, σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του Ιανουαρίου, παρά την προσωρινή άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου στο τέλος του προηγούμενου μήνα. Ενδεικτικά, η ΔΕΗ διατήρησε τη χρέωση στα 0,139 ευρώ/kWh.
Πλέον, και η αγορά φυσικού αερίου δείχνει σημάδια εκτόνωσης. Στο ολλανδικό hub TTF, η τιμή υποχώρησε στα 33,560 ευρώ/MWh, με ραγδαία πτώση -5,98%, κάτι που αν διατηρηθεί, ενισχύει το σενάριο για ηπιότερες συνθήκες τιμολόγησης της ενέργειας στην ελληνική αγορά.