να πάμε σε αυτή την “αλήθεια” που αναφέραμε στην αρχή. Ποια είναι αυτή; Ότι ακόμη και αν μέσα μας παραδεχόμαστε ότι το μέλλον είναι οι ανανεώσιμες, καθαρές πηγές ενέργειας, η πραγματικότητα προσγειώνει τις φιλοδοξίες μας. Η πραγματικότητα που έχει να κάνει με την ενεργειακή ασφάλεια δεν αναγνωρίζει πομπώδεις εξαγγελίες. Δεν υπόκειται σε διατάγματα και σε νομοθετήματα.
Οι συζητήσεις σχετικά με την ενεργειακή μετάβαση στην Ευρώπη δείχνουν ότι, ενώ η ανάπτυξη των ΑΠΕ προχωρά ταχύτατα, με τα αιολικά και ηλιακά έργα να παράγουν, για πρώτη φορά, περισσότερη ενέργεια από τα ορυκτά καύσιμα στην Ε.Ε. το 2025, εν τούτοις υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις που υποδηλώνουν ότι οι αρχικές προσδοκίες για μια εύκολη, ή άμεση μετάβαση ήταν υπέρ του δέοντος αισιόδοξες.
Κυρίως επειδή στη βιασύνη τους να πείσουν για το πράσινο Ελντοράντο που μας περιμένει, οι νομοθέτες λησμόνησαν να μας ενημερώσουν διεξοδικά, αφενός, για το υπέρογκο κόστος αυτής της μετάβασης και αφετέρου για την αδυναμία να διασφαλίσουμε ότι η πράσινη παραγωγή δεν θα χάνεται εξαιτίας των ελλειμματικών δικτύων και της ανυπαρξίας αποθήκευσης με μπαταρίες.
Επομένως, όταν οι ιθύνοντες υπόσχονταν «φθηνό και καθαρό ρεύμα για όλους», μας παραπλανούσαν και μας παραπληροφορούσαν.
Για τους «άκαπνους» γραφειοκράτες των Βρυξελών… ποταπά προβλήματα όπως οι επαρκείς υποδομές, το κόστος και η εξάρτηση από εφοδιαστικές αλυσίδες, κρύβονταν κάτω από το χαλί των έωλων υποσχέσεων.
Και ύστερα ήρθαν οι κρίσεις. Η μία πίσω από την άλλη. Κάθε μία από αυτές και όλες μαζί συνολικά, είχαν τεράστιο κόστος στην οικονομία και την καθημερινή ζωή.
Εις μάτην μια χούφτα συνετοί άνθρωποι προειδοποιούσαν για χρόνια ότι θα έλθουν δύσκολες μέρες αν δεν πάρουμε τις σωστές αποφάσεις σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής, αλλά κανείς δεν τους λάμβανε υπόψη.
Τώρα όλοι έγιναν, αίφνης, «Νέστορες» και ανακαλύπτουν την κρυφή γοητεία της επιστροφής στη λογική των πραγμάτων. Φυσικά, κανείς από αυτούς δεν είναι διατεθειμένος να παραδεχτεί ότι έσφαλε. Απλώς προσποιείται τον ανησυχούντα που η αδήριτος πραγματικότητα και η άτιμη κοινωνία δεν του επέτρεπαν να πράξει το σωστό.
Γιατί συνέβη όμως αυτό;
Οι κύριες προκλήσεις και οι λόγοι που η Ευρώπη "αφυπνίστηκε" είναι, τα ανεπαρκή ηλεκτρικά δίκτυα και η έλλειψη λύσεων αποθήκευσης ενέργειας. Λογικό. Η ραγδαία διείσδυση των ΑΠΕ έχει ξεπεράσει την ανάπτυξη του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας. Τα παρωχημένα δίκτυα δυσκολεύονται να διαχειριστούν τη διαλείπουσα παραγωγή των αιολικών και των ηλιακών έργων και υποχρεώνουν τους διαχειριστές να προβαίνουν σε περικοπές ενέργειας.
Όσο για το τί θα κοστίσει η θεραπεία του προβλήματος, κρατηθείτε: Χρειάζονται επενδύσεις 584 δισεκατομμυρίων ετησίως έως το 2030!
Μετά ας μη ξεχνάμε και τον παράγοντα Κίνα, από τις εισαγωγές της οποίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η Ευρώπη για να προχωρά τα σχέδιά της για την πράσινη ανάπτυξη.
Οι κινεζικοί προμηθευτές παρέχουν πάνω από το 95% των ηλιακών πάνελ της Ε.Ε., καθώς η κατασκευή τους στην Γηραιά ήπειρο κοστίζει τέσσερις φορές περισσότερο.
Μετά, έχουμε και τον γνωστό, βρώμικο «ελέφαντα» στο δωμάτιο: τα ορυκτά καύσιμα! Η στροφή στις ΑΠΕ δεν εξάλειψε τη χρήση τους. Το 2025, η παραγωγή φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 8% λόγω της μειωμένης υδροηλεκτρικής παραγωγής, κάτι που αύξησε το κόστος των εισαγωγών κατά 16%.
Πού οδηγούν όλα τούτα; Σε μια καταστροφική για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, ενεργειακή ακρίβεια που πλήττει σφοδρά τα νοικοκυριά. Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από άλλες μεγάλες οικονομίες, ενώ η επενδυτική δραστηριότητα σε ορισμένους τομείς καθαρής τεχνολογίας υποχώρησε το 2024.
Όσο οι ηγεσίες της Ε.Ε. θα αναβάλουν την λήψη των αποφάσεων που μετρούν πάνω απ’ όλα, τόσο η οραματική επιδίωξη της ενεργειακής μετάβασης θα κινδυνεύει να αναστρέψει οριστικά.
Και όσο δεν θα ανατάσσεται η πολιτική και ο σχεδιασμός, τόσο ο κίνδυνος θα αυξάνεται. Το κόστος δεν μπορεί να εξαφανιστεί επειδή κάποιος θα κάνει ένα μαγικό κόλπο. Απλώς συσσωρεύεται. Και όταν υπερχειλίσει κανείς δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα για αρκετό καιρό.
Το συνολικό κόστος της απανθρακοποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν υπολογίστηκε ποτέ με ακρίβεια, αλλά ούτε υπήρξε προθυμία και βούληση να συζητηθεί. Το αποτέλεσμα είναι ο καταναλωτής να στενάζει κάτω από ένα πέπλο καταθλιπτικής ενεργειακής ακρίβειας, και η επιχείρηση και η βιομηχανία να αδυνατούν να ανταποκριθούν στον έξωθεν σφοδρό ανταγωνισμό.
Επομένως, το κόστος της μετάβασης είναι ταυτόχρονα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό. Ορισμένοι, εξαιρουμένων των πλούσιων χωρών-μελών του βορρά σπεύδουν έστω με καθυστέρηση να ζητήσουν χαλάρωση των κανόνων, μικρότερους ενδιάμεσους στόχους και δυνατότητα μετάθεσής τους στο μέλλον.
Αλλά και αυτό δεν μπορεί να αποτελεί σοβαρή λύση και τούτο επειδή την ώρα που οι υποκείμενοι συλλογικοί στόχοι παραμένουν φιλόδοξοι, η πραγματικότητα κατευθύνει την πολιτική στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.
Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα προηγούμενα χρόνια πέτυχε μια εντυπωσιακή μείωση των εκπομπών ρύπων, κυρίως χάρη στην πολιτική της απολιγνιτοποίησης και τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, ωστόσο, αυτή η δυναμική δείχνει να εξαντλείται.
Η αυξανόμενη εξάρτηση από το ορυκτό αέριο και η στρατηγική στροφή στην αναζήτηση εγχώριων πηγών ορυκτών καυσίμων απομακρύνει τη χώρα από τους αρχικούς στόχους που είχε θέσει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).
Η χρήση ορυκτού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή αυξήθηκε το 2024 κατά +35,8% σε σχέση με το 2023 και το 2025 αυτή η αύξηση κινήθηκε κατά περαιτέρω +12,6%. Το ανθρακικό αποτύπωμα του τομέα αυξήθηκε το 2024 και εκτιμάται ότι θα παραμείνει στα ίδια επίπεδα και το 2025, ήτοι, στους περίπου 15–16 εκατ. τόνους CO₂. Και όμως! Το ΕΣΕΚ προέβλεπε για το 2025 εκπομπές μόλις 10,2 εκατ. τόνων από την ηλεκτροπαραγωγή!
Η ενεργειακή μετάβαση έχει γίνει πλέον - αν και υποψιαζόμαστε ότι ήταν έτσι εξ΄αρχής - ένα πνιγηρό πεδίο βιομηχανικού ανταγωνισμού και προβολής γεωοικονομικής ισχύος. Το ζητούμενο δεν μπορεί να αφορά το αν θα πραγματωθεί αλλά το πώς και με ποιο ρυθμό. Οι κίνδυνοι από αυτό τον ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ λογικής και ευχολογίων είναι τεράστιοι και αφορούν στους πάντες.