τις επόμενες δεκαετίες θα κριθεί από το κατά πόσο δημοφιλείς θα είναι με τους διαχειριστές data centers. Μεταξύ αυτών και μία λιγότερο γνωστή επιλογή: οι κυψέλες καυσίμων.
Οι κυψέλες καυσίμων μετατρέπουν τη χημική ενέργεια σε ηλεκτρική, μόνο που αντί για χημική ενέργεια που έχει προηγουμένως αποθηκεύσει όπως οι μπαταρίες, χρησιμοποιούν τη χημική ενέργεια ενός εξωτερικού καυσίμου. Αυτό σημαίνει πως οι κυψέλες καυσίμων τείνουν να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τις μπαταρίες και μπορούν να παρέχουν ενέργεια χωρίς διακοπές εφόσον υπάρχει διαθεσιμότητα του καυσίμου. Τα χαρακτηριστικά αυτά έχουν καταστήσει τις κυψέλες καυσίμων ιδιαίτερα ελκυστικές για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των data centers, καθώς η συνεχής ροή ενέργειας αποτελεί τον κρισιμότερο παράγοντα εύρωστης λειτουργείας του πολύ ευαίσθητου ηλεκτρονικού εξοπλισμού που βρίσκεται σε τέτοιου είδους ψηφιακές υποδομές.
Ο τρόπος λειτουργίας μίας κυψέλης φυσικού αερίου. Πηγή: Bloom Energy.
Παράλληλα, οι κυψέλες καυσίμων μπορούν να εγκατασταθούν πολύ πιο άμεσα και εύκολα από τις ογκώδεις και ακριβές συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, όπως εκείνες από φυσικό αέριο ή πυρηνική ενέργεια. Και χάρη στα όλο και πιο δημοφιλή μικρο-δίκτυα, οι διαχειριστές data centers μπορούν να αποφύγουν την πολυετή αναμονή μέχρι να συνδεθούν με τα τοπικά δίκτυα ηλεκτροδότησης, τα οποία συχνά μπορεί να αποδειχθούν και επικίνδυνα ασταθή λόγω των αυξομειώσεων στη ζήτηση.
Με αυτά τα πλεονεκτήματα, ήταν θέμα χρόνου μέχρι η μανία που έχει συνεπάρει τους επενδυτές για τις προοπτικές της ΑΙ— και έχει πιθανότατα δημιουργήσει τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή φούσκα όλων των εποχών— να συμπαρασύρει και τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των κυψελών καυσίμων. Η βρετανική Ceres Power, η καναδική Ballard Power Systems, και η νοτιοκορεατική Doosan Fuel Cell έχουν καταφέρει να αυξήσουν την αξία των μετοχών τους άνω του 50% από τις αρχές του 2026. Η άνοδος 46% της αμερικανικής Bloom Energy κατά την ίδια περίοδο εμφανίζεται μετριοπαθής συγκριτικά με τις ανταγωνίστριές της, όμως μόλις το τελευταίο έτος η μετοχή της έχει αυξηθεί κατά 400%.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Bloom Energy έχει εγκαταστήσει 1,5 GW κυψελών φυσικού αερίου σε βιομηχανικές μονάδες και κέντρα υπηρεσιών, ενώ σταδιακά ενισχύει την παρουσία της στον τομέα των data centers, έχοντας εγκαταστήσει 400 MW σε διάφορες χώρες. Πρόσφατα εξασφάλισε μία νέα παραγγελία για 1 GW από την εταιρεία κοινής ωφέλειας American Electric Power, αξίας 2,65 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μολονότι επιτυχημένη, η Bloom Energy πιθανότατα είναι υπερεκτιμημένη από τους επενδυτές, οι οποίοι έχουν στείλει τη χρηματιστηριακή αξία της σε επίπεδα που ισούται με 215 φορές τα αναμενόμενα κέρδη της για το επόμενο έτος.
Οι αριθμοί αυτοί προκαλούν θυμηδία σε πολλούς αναλυτές. Όπως εξηγούν, η φρενίτιδα αυτή συνεπάγεται όχι μόνο πως οι μετοχές των επιχειρήσεων αυτών είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε οποιαδήποτε λιγότερο ή περισσότερο βάσιμη ανησυχία των επενδυτών, αλλά θα μπορούσαν να αποδειχθούν καταστροφικές όταν η “μόδα” των κυψελών καυσίμων περάσει ή όταν σκάσει η φούσκα της ΑΙ. Το δεύτερο ενδεχόμενο αποτελεί τη Δαμόκλειο Σπάθη πάνω από τη Γουόλ Στριτ εδώ και μήνες και κανείς δεν γνωρίζει αν και πότε θα πέσει τελικά.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι αρκετά πιο προβλέψιμο. Καθώς οι καθυστερήσεις για τις συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής περιορίζονται, οι διαχειριστές data centers θα επιστρέψουν σταδιακά στις οικείες επιλογές τους. Για παράδειγμα, το βασικό πρόβλημα για τους σταθμούς φυσικού αερίου είναι η έλλειψη τουρμπίνων, ενός εξειδικευμένου εξοπλισμού που κατασκευάζεται από ελάχιστες βιομηχανίες σε διεθνές επίπεδο. Καθώς αυτές αυξάνουν την παραγωγική ικανότητά τους για να καλύψουν τις αυξανόμενες παραγγελίες, η εγκατάσταση μονάδων φυσικού αερίου θα επιταχυνθεί και τα data centers δεν θα χρειάζονται να στραφούν στις κυψέλες καυσίμων.