Στις αρχές του 2026, μιλώντας στο podcast The Europeans, ο καθηγητής Αλμπέρτο Αλεμάνο, ιδρυτής του The Good Lobby, διατύπωσε μια διαπίστωση που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί: η Ευρώπη δεν βρίσκεται απλώς σε μια ακόμη κρίση. Βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βαθύτερη υπαρξιακή δοκιμασία της σύγχρονης ιστορίας της. Όχι λόγω του Brexit, ούτε της κρίσης του ευρώ ή των μεταναστευτικών ροών. Αλλά επειδή αμφισβητείται ευθέως η ίδια η ιδέα της Ευρώπης ως πολιτικής, νομικής και αξιακής κοινότητας.
Η βίαιη απομάκρυνση του προέδρου της Βενεζουέλας υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών και η επαναφορά απειλών γύρω από τη Γροιλανδία –έδαφος κράτους-μέλους της ΕΕ– σηματοδοτούν μια επικίνδυνη στροφή στη διεθνή τάξη. Για τον Αλεμάνο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο οι ίδιες οι πράξεις, αλλά η αντίδραση της Ευρώπης: μια εκκωφαντική απουσία. Όταν παραβιάζονται θεμελιώδεις κόκκινες γραμμές του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, η σιωπή δεν συνιστά ουδετερότητα. Συνιστά συνενοχή.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες μοιάζουν εγκλωβισμένες σε βραχυπρόθεσμους τακτικισμούς. Υπό τον φόβο ότι θα διαταραχθούν οι εύθραυστες ισορροπίες γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αποφεύγουν να υπερασπιστούν βασικές αρχές, ελπίζοντας ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να εγγυώνται την ασφάλεια της ηπείρου. Πρόκειται για μια ψευδαίσθηση που δύσκολα θα επιβιώσει. Αν η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλήσει με μία φωνή όταν αμφισβητείται ακόμη και η εδαφική ακεραιότητα κράτους-μέλους της, τότε το ερώτημα δεν είναι αν αποδυναμώνεται, αλλά αν έχει ήδη χάσει τον ρόλο της.
Οι επιπτώσεις αυτής της στάσης ξεπερνούν τα ευρωπαϊκά σύνορα. Όταν ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ αμφισβητεί ανοιχτά ένα άλλο, το μήνυμα που εκπέμπεται παγκοσμίως είναι σαφές: οι εδαφικές αρπαγές επιστρέφουν ως αποδεκτό εργαλείο πολιτικής. Προς τη Ρωσία. Προς την Κίνα. Προς κάθε δύναμη που επιθυμεί να δοκιμάσει αν η ισχύς υπερισχύει πλέον του δικαίου. Έτσι, ο πολυμερισμός, όπως τον γνωρίσαμε μετά το 1945, υποχωρεί, αντικαθιστάμενος από μια λογική μηδενικού αθροίσματος, όπου το κέρδος του ενός προϋποθέτει την απώλεια του άλλου.
Κι όμως, αυτή η κρίση δεν στερείται ευκαιριών. Ο Αλεμάνο επισημαίνει το παράδοξο: η Ευρώπη αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο από τον υπόλοιπο κόσμο ως ένας ενιαίος πολιτικός δρων, ακόμη κι αν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι διστάζουν να λειτουργήσουν ως τέτοιος. Οι αντίπαλοι αναγνωρίζουν στην Ευρώπη ένα πρότυπο που αξίζει να υπονομευθεί ακριβώς επειδή εκπροσωπεί μια εναλλακτική: συνεργασία αντί για κυριαρχία, κανόνες αντί για βία, δικαιώματα αντί για ωμή ισχύ.
Σε αυτό το σημείο, η ηγεσία αποκτά καθοριστική σημασία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή –και ειδικά η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν– εξακολουθεί να διαθέτει εργαλεία: αναστολή εμπορικών συμφωνιών, υπεράσπιση κοινών προτύπων, αξιοποίηση της κανονιστικής και οικονομικής ισχύος της Ένωσης. Η αποδόμηση της περιβαλλοντικής προστασίας και των πολιτικών δημόσιου συμφέροντος στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας» δεν αποτελεί ένδειξη δύναμης. Αντιθέτως, είναι η εγκατάλειψη της μοναδικής πραγματικής ισχύος που διαθέτει η Ευρώπη: της συλλογικής δράσης.
Η Ευρώπη γνωρίζει καλά τις αδυναμίες της. Κατακερματισμένη άμυνα. Ενεργειακή εξάρτηση. Υποδομές που υστερούν. Βιομηχανία που πιέζεται από το κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό. Εκεί που αποτυγχάνει διαχρονικά είναι στη μετάφραση αυτής της διάγνωσης σε πολιτική πράξη. Το άβολο ερώτημα του 2026 δεν είναι τι πρέπει να γίνει, αλλά τι θα χρειαστεί για να το κάνουν επιτέλους οι Ευρωπαίοι.
Το διεθνές περιβάλλον επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η πίεση της Ρωσίας στην Ουκρανία εντείνεται, η Κίνα υπονομεύει τη βιομηχανική βάση της ΕΕ, ενώ οι ΗΠΑ –υπό μια νέα, επιθετική στρατηγική– αμφισβητούν την ίδια την έννοια της συνεργασίας. Η Pax Americana έχει τελειώσει. Στη θέση της αναδύεται ένας κόσμος συναλλακτικός, απρόβλεπτος και βαθιά αναθεωρητικός.
Η αδυναμία της Ευρώπης επιτείνεται από την κρίση ηγεσίας στις λεγόμενες χώρες E3: Γερμανία, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο. Και οι τρεις εισέρχονται στο 2026 με αδύναμες κυβερνήσεις, πολιορκημένες από την άνοδο της λαϊκιστικής δεξιάς και αριστεράς, αλλά και από μια Ουάσιγκτον που αντιμετωπίζει την ευρωπαϊκή συνοχή ως εμπόδιο και όχι ως εταίρο. Στη Βρετανία, ο Κιρ Στάρμερ κινδυνεύει ακόμη και με ανατροπή από το ίδιο του το κόμμα. Στη Γαλλία, η πολιτική παράλυση συνεχίζεται. Στη Γερμανία, η κυβέρνηση Μερτς δυσκολεύεται να ξεπεράσει τις εσωτερικές της αντιφάσεις, ενώ η ακροδεξιά AfD ενισχύεται.
Την ίδια στιγμή, η αποδυνάμωση του πολιτικού κέντρου στην Ευρώπη έχει μακρά διάρκεια. Η άνοδος των ακροδεξιών και ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων –με αιχμή την Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν– αποτελεί υπαρξιακή απειλή για το ίδιο το ενωσιακό οικοδόμημα. Οι επερχόμενες εκλογές στην Ουγγαρία λειτουργούν ως βαρόμετρο: αν το κίνημα MAGA καταφέρει να επηρεάσει αποφασιστικά τις ευρωπαϊκές πολιτικές ισορροπίες, οι συνέπειες θα είναι βαθιές. Στο βάθος όλων αυτών βρίσκεται μια θεμελιώδης μετατόπιση: ο κόσμος εγκαταλείπει την εποχή όπου το διεθνές δίκαιο αποτελούσε τον βασικό ρυθμιστή των διεθνών σχέσεων. Η ωμή δύναμη επιστρέφει. Και σε αυτό το περιβάλλον, μόνο όσοι μπορούν να την επιβάλουν έχουν θέση στο τραπέζι. Η Ευρώπη –και ακόμη περισσότερο μεμονωμένα κράτη-μέλη της– δείχνει να υστερεί.
Το πρόβλημα είναι διττό. Από τη μία, η ευρωπαϊκή ασφάλεια βασίστηκε για δεκαετίες στο αμερικανοκίνητο ΝΑΤΟ, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση της μόνιμης προστασίας. Από την άλλη, η οικονομική ισχύς της ηπείρου έχει υποχωρήσει, με τη βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας. Οι κοινωνικές εντάσεις, ενισχυμένες από τη μακροχρόνια μετανάστευση και την ακρίβεια, τροφοδοτούν πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν ευθέως το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Κι όμως, υπάρχει χώρος για συγκρατημένη αισιοδοξία. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, ένα αυξανόμενο τμήμα των Ευρωπαίων πολιτών αντιλαμβάνεται ότι διακυβεύεται κάτι θεμελιώδες. Όχι από νοσταλγία, αλλά επειδή η Ευρώπη εξακολουθεί να εκπροσωπεί κάτι σε έναν κόσμο που κατακερματίζεται. Όσο περισσότερο αμφισβητείται, τόσο περισσότερο οι πολίτες της αισθάνονται Ευρωπαίοι. Το κρίσιμο στοίχημα είναι αν αυτή η συνειδητοποίηση από τη βάση μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική πολιτική δράση, πριν οι εξελίξεις επιβάλουν την ενότητα υπό πολύ δυσμενέστερους όρους.
(από την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ")