σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις στις αρχές Ιανουαρίου. Πλέον επιτρέπει σε ιδιωτικές εταιρείες να αναλαμβάνουν τον έλεγχο της παραγωγής και των πωλήσεων πετρελαίου, περιορίζοντας τον μέχρι πρότινος κυρίαρχο ρόλο της πανίσχυρης κρατικής εταιρείας PDVSA. Η νομοθετική πρωτοβουλία για το άνοιγμα της πετρελαϊκής αγοράς, η οποία επιταχύνθηκε έπειτα από πιέσεις των ΗΠΑ, εισάγει τρεις θεμελιώδεις αλλαγές:
Οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούν πλέον να ασκούν άμεση «τεχνική και επιχειρησιακή διαχείριση» στις κοινοπραξίες, ακόμη και αν κατέχουν μειοψηφικό ποσοστό. Προβλέπεται η δυνατότητα μείωσης των πληρωμών δικαιωμάτων (royalties) από το 30% έως και μηδέν, προκειμένου να συγκεντρωθούν κεφάλαια σε μη ανεπτυγμένα πεδία. Και επιπλέον, εισάγεται η δυνατότητα διεθνούς διαιτησίας για την επίλυση διαφορών αντί της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των εγχώριων δικαστηρίων, στοιχείο κρίσιμο για τους ξένους επενδυτές, που φοβούνται μελλοντικές απαλλοτριώσεις.
Παράλληλα με τη νέα νομοθεσία, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εγκαινίασε επισήμως τη χαλάρωση των σκληρών κυρώσεων στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας που είχαν επιβληθεί κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ, διευρύνοντας τη δυνατότητα αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών να δραστηριοποιηθούν στη χώρα. Η κυβέρνηση Τραμπ ήρε, τέλος, τους περιορισμούς στον εμπορικό εναέριο χώρο της Βενεζουέλας, γεγονός που οδηγεί αεροπορικές εταιρείες, όπως η American Airlines, στην επανεκκίνηση των πτήσεων προς το Καράκας. Σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, τα κεφάλαια από τις πωλήσεις πετρελαίου θα κατατίθενται σε ένα λογαριασμό στο Κατάρ και θα αποδεσμεύονται βάσει μηνιαίων προϋπολογισμών μόνο για ανθρωπιστικές ανάγκες και δημόσιες υπηρεσίες στη Βενεζουέλα, όπως η αστυνόμευση, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα και η αγορά φαρμάκων.
«Μιλάμε για το μέλλον. Μιλάμε για τη χώρα που θα παραδώσουμε στα παιδιά μας», δήλωσε η Ροντρίγκες κατά την τελετή υπογραφής, χαρακτηρίζοντας τον νόμο ως «ποιοτικό άλμα» για την ευημερία του λαού. Ο πρόεδρος του Κογκρέσου, Χόρχε Ροντρίγκες, συμπλήρωσε πως η μεταρρύθμιση αποσκοπεί στην οικοδόμηση μιας νέας οικονομικής πραγματικότητας έπειτα από περιόδους κρίσης.
Στελέχη του κλάδου, όπως η Exxon Mobil, έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για το κατά πόσον το τρέχον πολιτικό κλίμα στη Βενεζουέλα επιτρέπει επενδύσεις μεγάλης κλίμακας. Ο Ντέιβιντ Βέρα, αναπληρωτής κοσμήτορας στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Craig στις ΗΠΑ, επισήμανε ότι ο νέος νόμος «ήταν απαραίτητος και συνολικά αποτελεί θετικό βήμα. Ωστόσο, εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών για να επενδύσουν κεφάλαια σε μεγάλη κλίμακα. Υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά τα δικαιώματα, τους φόρους, τη διαιτησία και την εμπορευματοποίηση, αλλά παραμένει μεγάλη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας και νομική αβεβαιότητα». Σύμφωνα με τον Χοσέ Ινάσιο Ερνάντες, ερευνητή της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, ο οποίος συνεργάζεται με την εταιρεία συμβούλων Aurora Macro Strategies, ο νέος νόμος «βελτιώνει ορισμένες πτυχές του προηγούμενου σχεδίου, παρέχοντας μεγαλύτερη συμβατική σταθερότητα στις ιδιωτικές επενδύσεις, όμως δεν αντιμετωπίζει όλες τις αιτίες που οδήγησαν στην κατάρρευση του πετρελαϊκού τομέα».
Η Βενεζουέλα κατέχει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής. Η χώρα ήταν κάποτε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, αφότου αναδείχθηκε σε σημαντικό παραγωγό πετρελαίου τη δεκαετία του 1920. Η παραγωγή κρατικοποιήθηκε τη δεκαετία του 1970 με τη δημιουργία της PDVSA, η οποία τέθηκε υπό τον έλεγχο του μέντορα και προκατόχου του Μαδούρο, Ούγκο Τσάβες, τη δεκαετία του 2000, όταν απέλυσε το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας και του τεχνικού προσωπικού της.
Μετά μια αρχική άνθηση υπό τον Τσάβες, η παραγωγή κατέρρευσε ύστερα από χρόνια κακοδιαχείρισης και διαφθοράς, που επιδεινώθηκε από τις κυρώσεις των ΗΠΑ, μειώνοντας την παραγωγή από 3,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα σε περίπου 1 εκατ.
«Η πιο ανησυχητική πτυχή του νέου νόμου είναι η έλλειψη διαβούλευσης και πολιτικού διαλόγου», λέει ο Ερνάντες, σημειώνοντας ότι παρά τους ισχυρισμούς του καθεστώτος ότι ελήφθησαν περισσότερες από 120 προτάσεις κατά τη διάρκεια της ταχείας διαδικασίας αυτής της εβδομάδας, δεν υπήρξε ουσιαστική δημόσια συζήτηση.
Η πλειονότητα των αναλυτών συμφωνεί πως η αγορά πετρελαίου της Βενεζουέλας θα γίνει πραγματικά ελκυστική για ξένες επενδύσεις μόνο μετά μια δημοκρατική μετάβαση, κάτι για το οποίο οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη ορίσει χρονοδιάγραμμα. «Απαιτείται μετάβαση στη δημοκρατία, ώστε να υπάρχει μια νόμιμη κυβέρνηση και όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται και οι νόμοι που εγκρίνονται να έχουν νόμιμη συνταγματική βάση και να μην μπορούν απλώς να ανατραπούν», υπογραμμίζει ο Γκονζάλο Εσκριμπάνο, επικεφαλής του προγράμματος ενέργειας και κλίματος στο Βασιλικό Ινστιτούτο Elcano στην Ισπανία.
Από ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ