Στις σημαντικές προοπτικές έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων όσο και στον ρόλο της ενεργειακής μετάβασης ως μοχλού ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας και βιώσιμης ανάπτυξης για τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή εστίασαν κορυφαία στελέχη της αγοράς, θεσμικοί εκπρόσωποι και ακαδημαϊκοί στο πλαίσιο του Athens Energy Summit 2026, που πραγματοποιείται στην Αίγλη Ζαππείου.

Στους στόχους και τα επόμενα βήματα της HelleniQ Upstream, επιχειρηματικό βραχίονα της HelleniQ Energy που δραστηριοποιείται στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων αναφέρθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος της HelleniQ Upstream, κ. Τάσος Βλασσόπουλος μιλώντας σε πάνελ για τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τις έρευνες για εκμετάλλευση κοιτασμάτων που συντόνισε ο Αλέξανδρος Κόντης, Αρχισυντάκης του Real Group.

Όπως είπε, η εταιρεία, διαθέτει σήμερα 6 άδειες και συνεργάζεται με την Energean και την ExxonMobil ενώ σύντομα αναμένεται η έναρξη 4 νέων αδειών σε συνεργασία με τη Chevron: δύο νότια της Κρήτης και δύο νότια της Πελοποννήσου. «Βρισκόμαστε εν αναμονή της επίσημης χορήγησης των αδειών και, μόλις καταστούμε πλήρως λειτουργικοί, θα υπάρξει στενή συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση, την ΕΔΕΥΕΠ και τους εταίρους μας για την υλοποίηση του προγράμματος» σημείωσε προσθέτοντας πως «είμαστε ουσιαστικά στην αρχή ενός νέου ταξιδιού για το ελληνικό πρόγραμμα έρευνας στις τέσσερις αυτές περιοχές». 

Ερωτώμενος για τους γεωπολιτικούς κινδύνους στην Ανατολική Μεσόγειο σημείωσε πως οι άδειες χορηγούνται από το ελληνικό κράτος και αποτελεί δική του αρμοδιότητα η διασφάλισή τους ενώ σημείωσε πως οι εταιρείες που συμμετέχουν έχουν λάβει τις επενδυτικές τους αποφάσεις κατόπιν των δικών τους αναλύσεων και αξιολογήσεων.

Στις διαφορετικές διαστάσεις της συμφωνίας συνεργασίας με την ExxonMobil αναφέρθηκε από την πλευρά της η Δρ. Κατερίνα Σάρδη, Γενική Διευθύντρια της Energean Oil & Gas. Όπως σημείωσε, η συμμετοχή ενός παγκόσμιου ενεργειακού κολοσσού όπως η ExxonMobil αποτελεί ισχυρή ένδειξη εμπιστοσύνης στις γεωλογικές προοπτικές της περιοχής και στις δυνατότητες των εταίρων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια, η συνεργασία αυτή επιτυγχάνει ουσιαστικό επιμερισμό του κινδύνου. 

Σε περίπτωση ανακάλυψης υδρογονανθράκων, το ελληνικό κράτος έχει μερίδιο στο αποτέλεσμα, ωστόσο το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της έρευνας και οι εγγενείς τεχνικοί κίνδυνοι αναλαμβάνονται εξ ολοκλήρου από τις εταιρείες. Πρόκειται, επομένως, για μια πρωτοβουλία μεγάλης στρατηγικής σημασίας την ώρα που η Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί υπεράκτιες έρευνες εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες και επανέρχεται δυναμικά στο στάδιο της σεισμικής έρευνας 2D, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για τον τομέα. 

Επιπρόσθετα τόνισε ότι η συνεργασία αυτή αναδεικνύει την ευθυγράμμιση ρόλων και εξειδίκευσης μεταξύ των εταίρων, καθώς και την καλή κατανόηση των επιχειρησιακών πτυχών του έργου. Ουσιαστικά, περνάμε από το στάδιο της ιδέας και του σχεδιασμού στο στάδιο της υλοποίησης ανέφερε η κυρία Σάρδη τονίζοντας ότι επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η υλοποίηση της ερευνητικής γεώτρησης, η οποία ενδέχεται να πραγματοποιηθεί έως το τέλος του έτους ή στις αρχές του 2027. 

Σε ό,τι αφορά τους γεωπολιτικούς κινδύνους, ειδικά για το Οικόπεδο 2, υπογράμμισε ότι δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα, καθώς πρόκειται για οριοθετημένη ζώνη. Στο πλαίσιο αυτό, εξήγησε, ακόμη και στην περίπτωση ανακάλυψης κοιτάσματος που εκτείνεται μεταξύ δύο κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ισχύον ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο διασφαλίζει μια απολύτως θεσμική και σταθερή προοπτική συνεργασίας, καθιστώντας την περιοχή ιδανική αφετηρία για την επόμενη φάση ανάπτυξης.

«Τα τελευταία χρόνια έχει πραγματοποιηθεί εξαιρετικά σημαντική δουλειά, με μεγάλες επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Εφόσον αυτές οι προσπάθειες ευοδωθούν, τα οφέλη θα είναι συλλογικά» σημείωσε ο Αριστοφάνης Στεφάτος, Διευθύνων Σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ). 

Όπως ανέφερε βρισκόμαστε μπροστά στην πρώτη έρευνα σε βαθιά ύδατα στη χώρα και, ενδεχομένως, στην πρώτη ανακάλυψη θαλάσσιου κοιτάσματος σε μεγάλα βάθη συμπληρώνοντας πως αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι έρευνες πραγματοποιούνταν σχεδόν «στα τυφλά», σήμερα βασίζονται σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και τεχνολογίες. Μιλώντας για τα τεχνικά χαρακτηριστικά των οικοπέδων με ερευνητικό ενδιαφέρον σημείωσε πως στη βορειοδυτική Ελλάδα τα βάθη φθάνουν περίπου στα 900 μέτρα ενώ νοτιότερα αγγίζουν τα 3.000 μέτρα. «Πρόκειται για μια τεράστια τεχνική πρόκληση που μόνο λίγες εταιρείες παγκοσμίως διαθέτουν την τεχνογνωσία και τα μέσα να αντιμετωπίσουν» ανέφερε.

«Η Τουρκία θα αλλάξει στάση μόνο εφόσον καταστεί σαφές ότι αυτές οι πρακτικές δεν γίνονται αποδεκτές» σημείωσε από την πλευρά του ο Μιχάλης Μαθιουδάκης, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Ελληνικού Ενεργειακού Forum. Όπως σημείωσε, αναφερόμενος στις συνεργασίες με αμερικανικές εταιρείες, παρά τη σημασία τους, δεν πρέπει να συγχέουμε τον ρόλο τους. 

«Η προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής αποτελούν αποκλειστική ευθύνη του ελληνικού κράτους και όχι των εταιρειών» υπογράμμισε τονίζοντας πως η παρουσία διεθνών ενεργειακών ομίλων δεν υποκαθιστά το κράτος αλλά αποδεικνύει ότι εμπιστεύονται το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο και τη σταθερότητα της χώρας, καθώς και ότι θεωρούν πως, σε περίπτωση οποιασδήποτε πρόκλησης, το κράτος θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους.

«Δική μας υποχρέωση είναι να τιμήσουμε αυτή την εμπιστοσύνη» ανέφερε τονίζοντας πως η έρευνα και αξιοποίηση υδρογονανθράκων ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και, σε περίπτωση σημαντικών ανακαλύψεων, μπορεί να αποτελέσει μια ισχυρή ασπίδα απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Ταυτόχρονα, δημιουργεί προϋποθέσεις θετικής και σταθεροποιητικής επίδρασης στην ευρύτερη περιοχή, προς όφελος της μελλοντικής ανάπτυξης όλων.

Στις σημαντικές πρωτοβουλίες για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας που έχουν ολοκληρωθεί από το 2019 έως και σήμερα αναφέρθηκε η Αλεξάνδρα Σδούκου, Εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Αναπληρώτρια Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας μιλώντας σε πάνελ που συντόνισε ο Αλέξανδρος Λαγάκος, Managing Director SEE της Molgas. 

Όπως σημείωσε η κύρια Σδούκου, η ενεργειακή μετάβαση αντιμετωπίστηκε από την κυβέρνηση όχι μόνο ως περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά και ως ένα κατεξοχήν στρατηγικό εργαλείο οικονομικής ισχύος, ανταγωνιστικότητας και κοινωνικού οφέλους και κινήθηκε σε 3 άξονες:

  • Πρώτον, μείωση του ενεργειακού κόστους με μαζική επένδυση σε ΑΠΕΕ και στόχο τη σταθερή και μακροπρόθεσμη αποκλιμάκωση των τιμών.
  • Δεύτερον, στο επενδυτικό μήνυμα μετατρέποντας την ενεργειακή μετάβαση σε βασικό πυλώνα προσέλκυσης επενδύσεων που ανέρχονται περί τα 10 δις. ευρώ την τελευταία πενταετία.
  • Τρίτον, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας με την ανάπτυξη υποδομών LNG, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών και την ενίσχυση των δικτύων που καθιστούν την οικονομία λιγότερο ευάλωτη σε γεωπολιτικά σοκ. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης ανέφερε το γεγονός πως από καθαρός εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας το 2019, η χώρα έχει μετατραπεί σε εξαγωγέα.
     

Τέλος, ειδική αναφορά έκανε στην πρόοδο στον τομέα της ενεργειακής αποδοτικότητας κατοικιών μέσα από αξιοποίηση πόρων του ΤΑΑ ενώ αναφερόμενη στις επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν συμπεριέλαβε την ενίσχυση της εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας και την επιτάχυνση έργων όπως τα υπεράκτια αιολικά.

Θέτοντας το γενικότερο πλαίσιο του ζητήματος της ενεργειακής μετάβασης ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής ΙΟΒΕ & Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναφέρθηκε στο νέο περιβάλλον που δημιουργούν οι σχετικές τοποθετήσεις του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός, όπου έθεσε ευθέως το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό τόνισε, πως η Ευρώπη κινήθηκε στη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο πλέον υπάρχουν αμφιβολίες που εκδηλώνονται από διαφορετικές πλευρές εντός της ΕΕ. 

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ευρώπη - και χώρες όπως η Ελλάδα - θα μπορούσαν μέσα στην επόμενη 5ετία ή 10ετία να περάσουν από εισαγωγείς σε εξαγωγείς ενέργειας, με χαμηλό αποτύπωμα και επαρκή διασπορά ώστε να μη δημιουργούνται νέες εξαρτήσεις από μία χώρα ή μία τεχνολογία. 

Ωστόσο, τόνισε πως το γεγονός ότι δεν βρισκόμαστε ακόμα εκεί και ο μέσος πολίτης και η μικρομεσαία επιχείρηση δεν έχουν δει πλήρως τα οφέλη, αφήνει χώρο για αμφισβήτηση των στόχων που έχουν τεθεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να αποδώσει μόνο αν συνδυαστεί με ανταγωνιστικότητα και μετρήσιμα αποτελέσματα γι’ αυτό απαιτείται ταχύτητα, αξιοπιστία και ορατότητα. 

Οι επενδύσεις έχουν ορίζοντα 15–25 ετών και χρειάζονται σταθερό «story» τόνισε. Αναφερόμενος, τέλος, στις προκλήσεις που παραμένουν σημείωσε πως παρατηρείται υψηλή εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ χωρίς αντίστοιχες διασυνδέσεις, στρεβλώσεις στην αγορά ηλεκτρισμού και ένα παλαιό, ενεργοβόρο κτιριακό απόθεμα προσθέτοντας πως στην παγκόσμια αγορά υπάρχει άφθονο κεφάλαιο που αναζητά απόδοση σχολιάζοντας πως το τέλος του ΤΑΑ δεν σημαίνει το τέλος των επενδύσεων, εφόσον υπάρχει συνέχεια πολιτικής.

Η Enaon αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδιωτικής εταιρείας που επενδύει στρατηγικά στο αφήγημα της ενεργειακής μετάβασης σημείωσε η Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας, Barbara Morgante, συμπληρώνοντας πως όλες οι επενδύσεις της εταιρείας όπως ο εκσυγχρονισμός , η ψηφιακή αναβάθμιση και η ανάπτυξη των δικτύων διανομής πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του στόχου να καταστεί η Enaon ενεργός παίκτης της ενεργειακής μετάβασης. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι το σύνολο του δικτύου στην Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει βιομεθάνιο ενώ έχουν ξεκινήσει αναλύσεις για την ετοιμότητα υποδοχής υδρογόνου. 

Προς το παρόν, το δίκτυο μπορεί να δεχθεί μείγμα έως 2% υδρογόνου με φυσικό αέριο, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, ο στόχος φτάνει το 20%. «Η πρόθεσή μας είναι να προτείνουμε αντίστοιχες λύσεις στην Ελλάδα, μόλις ωριμάσει η παραγωγή υδρογόνου και βιομεθανίου. 

Ακόμη και αν η αγορά δεν είναι πλήρως έτοιμη, προσπαθούμε να τη διευκολύνουμε, επενδύοντας και από τη δική μας πλευρά» συμπλήρωσε τονίζοντας πως η Ελλάδα έχει μεγάλες δυνατότητες παραγωγής βιομεθανίου, με οφέλη για την αγροτική οικονομία και την κυκλική ανάπτυξη. Ωστόσο, όπως είπε, από κανονιστική άποψη, χρειάζονται κίνητρα που θα προωθήσουν σχετικές επενδύσεις.

Στις σημαντικές ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί προωθώντας την περαιτέρω ανάπτυξη του ενεργειακού τομέα της χώρας αναφέρθηκε ο Αθανάσιος Δαγούμας, Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών Ενέργειας & Πόρων, Πανεπιστήμιο Πειραιά.

Όπως είπε, ο ανταγωνισμός έχει ήδη συμβάλλει στη μείωση των τιμών, όμως απαιτείται επαγγελματισμός στον χρόνο υλοποίησης ενώ ειδική αναφορά έκανε στις εκκρεμότητες που παραμένουν και αφορούν στην αποθήκευση, τα δίκτυα και την ευελιξία του συστήματος.

 

Σχετικά με το πρόγραμμα επισκεφθείτε την ιστοσελίδα athensenergysummit.gr 

Χορηγοί 

  • Μεγάλος Χορηγός ΔΕΗ
  • Χορηγός Accenture
  • Υποστηρικτές ΑΒΒ, Eco Hellas, Enaon, Eos Capital, Eurobank, Jinko Solar
Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr