Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιών ανακατατάξεων, όπου οι παλιές βεβαιότητες αμφισβητούνται και τα μεταπολεμικά δόγματα επαναπροσδιορίζονται. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αβεβαιότητα της διατλαντικής σχέσης, η οικονομική στασιμότητα και η άνοδος των γεωπολιτικών κινδύνων αναγκάζουν τις δύο ισχυρότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Γερμανία και τη Γαλλία, να επανακαθορίσουν τον ρόλο τους. Το 2026 προβάλλει ως κομβικό έτος, όχι μόνο για την πορεία αυτών των κρατών, αλλά και για το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Υπό τον Φρίντριχ Μερτς και τον Εμανουέλ Μακρόν, το ευρωπαϊκό κέντρο βάρους μετατοπίζεται, με τρόπους που ενδέχεται να καθορίσουν το μέλλον της ηπείρου για δεκαετίες. Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει έτος καμπής για τη Γερμανία, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Υπό την ηγεσία του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, η χώρα επιχειρεί μια ιστορική στροφή που έρχεται σε ευθεία ρήξη με θεμελιώδη μεταπολεμικά δόγματα. Η εγκατάλειψη της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ο ταχύς επανεξοπλισμός και η αναθεώρηση της εξωτερικής πολιτικής συνιστούν μια βαθιά μεταμόρφωση του γερμανικού μοντέλου. Ο Μερτς, επί δεκαετίες εκφραστής της γερμανικής συντηρητικής ορθοδοξίας, προχώρησε σε μία από τις πιο ριζοσπαστικές αλλαγές οικονομικής πολιτικής στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Η απόφαση να επιτραπεί μαζικός δανεισμός εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ για άμυνα και υποδομές σηματοδοτεί την εγκατάλειψη της κουλτούρας του «μαύρου μηδενός» και της αυστηρής προσήλωσης στη δημοσιονομική πειθαρχία. Μόνο για το 2026, το Βερολίνο σχεδιάζει να αντλήσει 512 δισ. ευρώ από τις αγορές, ποσό-ρεκόρ, με στόχο την ανασυγκρότηση της παραμελημένης υποδομής και τον εκσυγχρονισμό της Bundeswehr.
Στο πεδίο της άμυνας, οι εξελίξεις είναι εντυπωσιακές. Το γερμανικό κοινοβούλιο ενέκρινε σε μία μόνο συνεδρίαση στρατιωτικές δαπάνες άνω των 50 δισ. ευρώ, τον μεγαλύτερο όγκο που έχει εγκριθεί ποτέ. Τα συμβόλαια περιλαμβάνουν τεθωρακισμένα οχήματα, πυραύλους αεράμυνας, δορυφόρους και προηγμένα οπλικά συστήματα, στο πλαίσιο της φιλοδοξίας του Μερτς να μετατρέψει τη Γερμανία στον ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει να φτάσει το νέο όριο δαπανών του ΝΑΤΟ στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2029. Η στροφή αυτή συνοδεύεται από βαθιά αλλαγή στη γερμανική εξωτερική πολιτική. Ο Μερτς δεν δίστασε να δηλώσει ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει στρατηγική ανεξαρτησία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια εποχή όπου η Ουάσιγκτον θεωρείται πλέον απρόβλεπτος εταίρος. Η στάση του απέναντι στη Ρωσία είναι επίσης πιο σκληρή, αν και η αποτυχία της ΕΕ να συμφωνήσει στην κατάσχεση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την Ουκρανία ανέδειξε τα όρια της ευρωπαϊκής συνοχής και αποτέλεσε πολιτικό πλήγμα για το Βερολίνο.
Στο εσωτερικό, όμως, τα πράγματα παραμένουν δύσκολα. Η γερμανική οικονομία προσπαθεί να εξέλθει από μια διετή ύφεση που έχει ενισχύσει πολιτικά το AfD. Σύμφωνα με την Bundesbank, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,6% το 2026, με την ανάπτυξη να επιταχύνεται από το δεύτερο εξάμηνο χάρη στις δημόσιες δαπάνες και την ανάκαμψη των εξαγωγών. Παρά ταύτα, οι προβλέψεις παραμένουν συγκρατημένες και χαμηλότερες από τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, ενώ τα ρίσκα χαρακτηρίζονται καθοδικά. Η Γερμανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα: υψηλή γραφειοκρατία, ελλείψεις εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, γήρανση του πληθυσμού και απώλεια ανταγωνιστικότητας σε βασικούς κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η χημική βιομηχανία. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Κιέλου, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης επιδεινώνονται, με το δυνητικό ΑΕΠ να αυξάνεται μόλις κατά 0,3%-0,4% ετησίως.
Ο πληθωρισμός, αν και αποκλιμακώνεται, παραμένει ανθεκτικός λόγω της ισχυρής αύξησης των μισθών και των περιορισμένων μειώσεων στο ενεργειακό κόστος. Η Bundesbank εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί γύρω στο 2,2% το 2026, διατηρώντας πίεση στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αποφύγει πρόωρη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Παρά τις δυσκολίες, η θέση του Μερτς παραμένει σχετικά ισχυρή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε μια περίοδο όπου άλλες μεγάλες χώρες της ΕΕ αντιμετωπίζουν σοβαρότερη δημοσιονομική αστάθεια, η Γερμανία εξακολουθεί να διαθέτει περιθώρια ελιγμών. Ωστόσο, η επιτυχία του νέου γερμανικού μοντέλου θα κριθεί από το αν οι τεράστιες δημόσιες δαπάνες μεταφραστούν σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και ανανέωση του παραγωγικού ιστού. Το 2026, δεν είναι απλώς ένα έτος ανάκαμψης — είναι το πρώτο πραγματικό τεστ της νέας Γερμανίας που επιχειρεί να γεννηθεί.
Το να υποστηρίξει κανείς ότι το ευρωπαϊκό άστρο του Εμανουέλ Μακρόν έχει ξεθωριάσει θα ήταν μάλλον επιεικές. Η απόφασή του να προκηρύξει πρόωρες εκλογές το 2024 αποδείχθηκε πολιτικά καταστροφική, βυθίζοντας τη Γαλλία σε παρατεταμένη αστάθεια. Το πολιτικό αδιέξοδο που ακολούθησε δύσκολα θα επιλυθεί πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ανάδειξη ακροδεξιού προέδρου. Στο εσωτερικό, ο Μακρόν εμφανίζεται αποδυναμωμένος, αμφισβητούμενος ακόμη και από πρώην συμμάχους του με την Μαρίν Λεπέν και τον Ζορντάν Μπαρντελά να κρατούν το παιχνίδι στα χέρια τους. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η εσωτερική απομόνωση φαίνεται να τον έχει απελευθερώσει πολιτικά. Ανίκανος να ελέγξει την εσωτερική ατζέντα, ο 47χρονος πρόεδρος έχει στραφεί με μεγαλύτερη ένταση στην εξωτερική πολιτική, το παραδοσιακό «προνόμιο» του Γάλλου προέδρου. Εκεί, ο Μακρόν επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της Γαλλίας και της Ευρώπης σε έναν κόσμο αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας. Υπό την ηγεσία του, η γαλλική διπλωματία έχει αναλάβει σειρά πρωτοβουλιών υψηλού συμβολισμού. Η λεγόμενη «συμμαχία των προθύμων», που συνδιαμορφώνει τις μελλοντικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με συμπροεδρία από τον Μακρόν και τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, η πρωτοβουλία αυτή έχει εξελιχθεί σε κεντρικό κόμβο αποφάσεων για την ευρωπαϊκή απάντηση στη ρωσική επιθετικότητα. Παράλληλα, ο Γάλλος πρόεδρος έχει πρωταγωνιστήσει στη Μέση Ανατολή, πείθοντας χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και το Βέλγιο να αναγνωρίσουν παλαιστινιακό κράτος, ενισχύοντας το διεθνές προφίλ της Γαλλίας, έστω και χωρίς άμεσο αποτέλεσμα στη Γάζα.
Πολλές από τις ιδέες για τις οποίες ο Μακρόν είχε στο παρελθόν επικριθεί, σήμερα μοιάζουν λιγότερο αιρετικές. Η επιμονή του στην ανάγκη μιας Ευρώπης λιγότερο εξαρτημένης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας», αποκτούν νέα βαρύτητα σε ένα περιβάλλον όπου η διατλαντική σχέση δοκιμάζεται. Ακόμη πιο αμφιλεγόμενες είναι οι προτάσεις του για ενδεχόμενη ανάπτυξη δυτικών στρατευμάτων στην Ουκρανία και για τη χρήση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου ως ευρωπαϊκής ομπρέλας αποτροπής. Την ίδια στιγμή, η οικονομική εικόνα της Γαλλίας παραμένει εύθραυστη. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, με το ΑΕΠ να αυξάνεται μόλις κατά 0,7% το 2025 και να αναμένεται να φτάσει το 1,1% το 2027. Η εγχώρια ζήτηση πιέζεται από την πολιτική αβεβαιότητα και τη δημοσιονομική προσαρμογή, ενώ η ανεργία προβλέπεται να αυξηθεί σταδιακά πάνω από το 8%. Ο πληθωρισμός, αν και σχετικά συγκρατημένος, αναμένεται να ενισχυθεί λόγω υψηλότερων τιμών τροφίμων και ενέργειας. Παρά τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα ελλείμματα παραμένουν υψηλά και το δημόσιο χρέος αναμένεται να αγγίξει το 120% του ΑΕΠ έως το 2027. Έτσι, ο Μακρόν καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε έναν φιλόδοξο διεθνή ρόλο και σε μια δύσκολη οικονομική πραγματικότητα στο εσωτερικό. Το αν η ιστορία θα τον δικαιώσει ως οραματιστή ή θα τον καταγράψει ως έναν πρόεδρο που απέδρασε στη διεθνή σκηνή για να αποφύγει τα εγχώρια αδιέξοδα, μένει να φανεί.
(από την εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ»)