μείωσης εκπομπών. Η Κίνα ήταν η πρώτη που απείλησε με αντίποινα. Δεν θα είναι η τελευταία.
Όπως αναφέρει σχετικό άρθρο που δημοσιεύει το oilprice.com, ο CBAM σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει τις ακούσιες συνέπειες των αυστηρότερων παγκοσμίως προτύπων μείωσης εκπομπών στον βιομηχανικό τομέα, τα οποία μεταφράζονται σε υπέρογκα κόστη και, τελικά, σε μη ανταγωνιστικά τελικά προϊόντα. Το πρόβλημα έγινε ιδιαίτερα οξύ για ευρωπαίους παραγωγούς χάλυβα και τσιμέντου, όπου ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής είναι η Κίνα που δεν διαθέτει απαιτήσεις μείωσης εκπομπών αντίστοιχες της Ε.Ε., με αποτέλεσμα ο χάλυβας και το τσιμέντο της να είναι πολύ φθηνότερα και ελκυστικότερα για τους αγοραστές.
Με άλλα λόγια, προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαίων παραγωγών χάλυβα και τσιμέντου —και των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας— η Ευρωπαϊκή Ένωση φρόντισε ώστε οι φθηνές εισαγωγές χάλυβα, τσιμέντου και ηλεκτρικής ενέργειας να μην είναι πλέον τόσο φθηνές. Η Κίνα και η Ινδία αντιδρούν έντονα, ενώ διαθέτουν μέσα που δεν ευνοούν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του CBAM, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία χαρακτήρισε τη νομοθεσία «άδικη» και «διακριτική», σύμφωνα με το Bloomberg. «Θα λάβουμε αποφασιστικά όλα τα αναγκαία μέτρα για να απαντήσουμε σε κάθε άδικο εμπορικό περιορισμό», ανέφερε το υπουργείο.
«Ο CBAM είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής μεταξύ των μεγάλων εξαγωγέων προς την ΕΕ, ωστόσο έχει ήδη αποδειχθεί αποτελεσματικός στο να ωθήσει απρόθυμες χώρες στη δημιουργία ή την επέκταση μηχανισμών τιμολόγησης του άνθρακα», δήλωσε στους Financial Times σύμβουλος που ειδικεύεται στις αγορές δικαιωμάτων εκπομπών. «Πρόκειται για μια σημαντική μετατόπιση πολιτικής, με την ΕΕ να προστατεύει τη βιομηχανία της, αξιοποιώντας ταυτόχρονα την ιδέα της τιμολόγησης του άνθρακα προς τρίτες χώρες».
Η Κίνα διαθέτει ήδη δική της αγορά άνθρακα από το 2021 και πρόκειται για τη μεγαλύτερη παγκοσμίως ως προς τον όγκο εκπομπών που καλύπτει. Στην περίπτωση της Κίνας, το ζήτημα δεν είναι η προώθηση της ιδέας των αγορών άνθρακα, αλλά η ανταγωνιστικότητα — και το Πεκίνο δεν βλέπει με καλό μάτι το γεγονός ότι αυτή απειλείται.
Σε απλές γραμμές, ο μηχανισμός CBAM επιβάλλει τιμή στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που παράγονται κατά την παραγωγή προϊόντων όπως το τσιμέντο ή ο χάλυβας. Η τιμή βασίζεται σε υπολογισμούς εκπομπών των αντίστοιχων κλάδων στις χώρες που εξάγουν στην ΕΕ. Ο μηχανισμός προβλέπει «προεπιλεγμένες» τιμές εκπομπών για κάθε προϊόν, καθώς και δείκτες αναφοράς, οι οποίοι χρησιμοποιούνται συνδυαστικά με τρόπο που παραμένει ασαφής — με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι τελικά ευνοείται η Κίνα.
Το Politico είχε αναδείξει τις ανησυχίες αυτές στα τέλη του περασμένου έτους, επικαλούμενο στελέχη της βιομηχανίας που υποστήριζαν ότι οι προεπιλεγμένες τιμές εκπομπών για ορισμένες εξαγωγικές χώρες έχουν τεθεί σε μη ρεαλιστικά χαμηλά επίπεδα. Μεταξύ αυτών και τμήματα της κινεζικής χαλυβουργίας, τα οποία, βάσει των υπολογισμών, εμφανίζονται με χαμηλότερες εκπομπές από την αντίστοιχη παραγωγή στην ΕΕ.
«Ασυνέπειες μεταξύ προεπιλεγμένων τιμών και δεικτών αναφοράς αποδυναμώνουν το κίνητρο για καθαρότερες παραγωγικές διαδικασίες και επιτρέπουν σε εισαγωγές υψηλών εκπομπών να εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά με ανεπαρκές κόστος άνθρακα», δήλωσε εκπρόσωπος της βιομηχανίας στο Politico. «Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν CBAM που δεν θα είναι απλώς λιγότερο αποτελεσματικός, αλλά ενδεχομένως και αντιπαραγωγικός».
Την ίδια ώρα, οι εισαγωγές ινδικού χάλυβα στην ΕΕ αναμένεται να περιοριστούν δραστικά, καθώς οι ινδοί παραγωγοί φαίνεται να μην περιλαμβάνονται στις παραπάνω «ασυνέπειες». Η Ινδία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός χάλυβα παγκοσμίως μετά την Κίνα και εξάγει έως και το 66% της παραγωγής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το ποσοστό αυτό αναμένεται να μειωθεί απότομα το επόμενο έτος, καθώς η ινδική χαλυβουργία βασίζεται σε υψικαμίνους που λειτουργούν με άνθρακα — τεχνολογία ασύμβατη με τους στόχους μείωσης εκπομπών της ΕΕ. Όπως σημειώνει το Reuters, τα χαλυβουργεία θα μπορούσαν να στραφούν σε ηλεκτρικούς κλιβάνους τόξου, με χαμηλότερο αποτύπωμα εκπομπών, ωστόσο μια τέτοια μετάβαση απαιτεί χρόνο και σημαντικές επενδύσεις.
«Οι περισσότερες εταιρείες ακόμη προσπαθούν να βρουν πώς θα διαχειριστούν τον CBAM», δήλωσε αναλυτής στο Reuters. «Βραχυπρόθεσμα, αναμένεται να επιβραδύνει τις εξαγωγές της Ινδίας προς την ΕΕ», ανέφερε επίσης ο Ravi Sodah της Elara Capital.
Έτσι, δύο από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους εξαγωγείς βιομηχανικών προϊόντων και βασικοί προμηθευτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξετάζουν την απάντησή τους στον CBAM, με τη μία περίπτωση να οδηγείται ήδη στον περιορισμό των εξαγωγών. Αυτό ενδέχεται να αποσυμφορήσει την αγορά για τους ευρωπαίους παραγωγούς, αλλά δύσκολα θα γίνει δεκτό από τους καταναλωτές, οι οποίοι θα κληθούν να πληρώσουν το κόστος μιας ουσιαστικά προστατευτικής —και παρεμβατικής— πολιτικής της ΕΕ. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να μείνουν ικανοποιημένες, και σύντομα θα καταστήσουν σαφή τη δυσαρέσκειά τους.