Ένα από τα βασικά αντικίνητρα επενδύσεων και ειδικά των ξένων, που αναφέρεται σε όλες τις έρευνες μεταξύ δυνητικών επενδυτών της χώρας, είναι η χωροταξική αβεβαιότητα και η ανασφάλεια που αυτή προκαλεί.
Ναι μεν τα πρώτα ειδικά πολεοδομικά σχέδια για νησιά, όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη και η Μήλος έχουν το τελευταίο διάστημα πάρει τον δρόμο της έγκρισής τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας προκειμένου να αποκτήσουν ισχύ, πλην όμως η ευρύτερη εικόνα είναι αποθαρρυντική. Αυτό είναι ένα από τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης για τον τουρισμό που δημοσίευσε το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ).
«Η χώρα χρειάζεται επειγόντως σαφή, ευέλικτο και αποτελεσματικό χωροταξικό σχεδιασμό, που θα υπηρετεί τον διττό στόχο του ασφαλούς αναπτυξιακού περιβάλλοντος σε πλαίσια αειφορίας, ιδιαίτερα καθώς το ποσοστό τής οικονομικά αξιοποιήσιμης γης, αυτής που αποκαλείται και «αναπτυξιακή γη», είναι σημαντικά μικρότερο από ό,τι σε τέσσερις ανταγωνιστικές για τον τουρισμό της Ελλάδας μεσογειακές χώρες, αλλά και από τον μέσο όρο της Ευρώπης εν γένει», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ερευνητικός και μελετητικός βραχίονας του αντιπροσωπευτικού φορέα του ελληνικού τουρισμού.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, και συγκεκριμένα περί το 35%, των εκτός πόλεων και οικισμών περιοχών έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000. Το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στο δίκτυο Natura. Αν σε αυτές τις περιοχές προστεθούν κι άλλες περιοχές προστασίας, όπως οι δασικές –άνω του 63%–, οι αρχαιολογικές, τα ρέματα, οι παραλίες, η αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας και άλλα, περιορίζεται σημαντικά η διαθέσιμη προς ανάπτυξη γη της χώρας, εκτιμά το ΙΝΣΕΤΕ. Η δε πραγματικά διαθέσιμη προς ανάπτυξη γη περιορίζεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη και το μικρό μέγεθος κλήρων των αγροτικών – γεωργικών περιοχών που απομένουν διαθέσιμοι.
Η χώρα χρειάζεται σαφή, ευέλικτο και αποτελεσματικό χωροταξικό σχεδιασμό, αναφέρει έκθεση του ΙΝΣΕΤΕ.
«Είναι συνεπώς προφανές ότι η αξιοποίηση της διαθέσιμης αναπτυξιακής γης στην Ελλάδα απαιτείται να γίνεται με τρόπο ορθολογικό, που συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, παράλληλα με την προστασία και διατήρηση του περιβάλλοντος», σημειώνει η ετήσια έκθεση για τον τουρισμό.
Επί δεκαετίες, όμως, οι διαδικασίες του χωρικού σχεδιασμού αποδείχθηκαν στην πλειονότητά τους ατελέσφορες, κυρίως λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών σχεδίασης και έγκρισης των διαφόρων επιπέδων χωροταξικών σχεδίων, των ασαφειών και των μεταξύ τους συγκρούσεων και επικαλύψεων. Ως αποτέλεσμα, ο χωρικός σχεδιασμός, όποτε και όπου είχε ολοκληρωθεί, συνήθως αποδεικνυόταν ανεπίκαιρος και αναχρονιστικός, λόγω της εν τω μεταξύ συχνά ταχείας ανάπτυξης περιοχών με άναρχο τρόπο, εκτιμούν οι συντάκτες της μελέτης.
Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στις περιοχές της λεγόμενης «εκτός σχεδίου δόμησης», πλήττοντας κατά κύριο λόγο την ελληνική ύπαιθρο και οδηγώντας στον κατακερματισμό της διαθέσιμης γης για επενδύσεις, μέσω της διασποράς ποικίλων και πολλές φορές ασύμβατων μεταξύ τους χρήσεων (εξοχική κατοικία, κατοικία οικονομίας διαμοιρασμού, βιοτεχνία, εμπόριο, αποθήκες, μάντρες οικοδομικών υλικών κ.λπ.).
«Με τον τρόπο αυτό υποβαθμίζεται το φυσικό περιβάλλον που –πέραν της ευρύτερης σημασίας για την καθημερινότητα των πολιτών της χώρας– αποτελεί και σημαντικό πόρο για την τουριστική δραστηριότητα, ενώ μέσω της διάσπαρτης δόμησης σε μεγάλη έκταση, επιβαρύνεται η λειτουργία και η οικονομική ανταποδοτικότητα των υποδομών, των δικτύων και των δημοτικών υπηρεσιών», καταλήγει το ΙΝΣΕΤΕ. Και υπογραμμίζει ότι, «ενώ η υπάρχουσα νομοθεσία είναι μονοσήμαντα εστιασμένη στην προστασία του περιβάλλοντος υπό τη στενή έννοια διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης, τελικά δεν επιτυγχάνει ούτε αυτόν τον στόχο, ενώ παράλληλα συχνά επιδεινώνει τις προοπτικές ανάπτυξης της χώρας».
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)