Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Δεν πρόκειται για κομπασμό. Η λαλιά μας βαστά από τον Ομηρο, τους Τραγικούς και την Καινή Διαθήκη. Ο Διονύσιος Σολωμός διάλεξε πού θα ξεσκολίσει. Και το γάλα που βύζαξε δεν το έφτυσε. Ούτε το νόθευσε. Κατά κύριο λόγο στο δικό του «μήγαρις» χρωστάμε και τη μιλιά και τα γραφτά μας.
Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Ερχόμαστε πεζοπορώντας και λάμνοντας – πάντως όχι έρποντας. «Ελληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο». Κι όπου μας έβρισκε το κακό μνημονεύαμε τα πατερημά μας και συνεχίζαμε. Σήμερα δεν έχουμε πατερημά. Δεν μνημονεύουμε απολησμονημένους μπαρμπα-Γιάννηδες και δυσκατάληπτους κυρ-Αλέξανδρους. Μας στοιχειώνει μια λαλέουσα αλαλία.
Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Ημασταν αγρότες, ναυτικοί, πραματευτάδες, καπεταναίοι και καλοτεχνίτες. Τώρα δεν είμαστε τίποτε από αυτά. Είμαστε, κατά κύριο λόγο, εμπορικοί αντιπρόσωποι – χάντρες, καθρεφτάκια, παπατζηλίκι και επιδοτήσεις ανύπαρκτων χορτολιβαδικών εκτάσεων ως επί το πλείστον.
Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Αλλά δεν «πηγαίνουμε πολύ μακριά». Αφηνόμαστε στη ροή των διαφημίσεων που μας λένε καταλεπτώς πού να σταθούμε και πώς να γίνουμε. Δεν μοχθούμε για τίποτε – ντιλ κάνουμε, κι αυτά όχι πάντοτε συφερτικά.
Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Εχουμε λογόρροια, αλλά κανένα λόγο. Ο λόγος στα μέρη μας δεν ήταν μήτε «ορθός» μήτε «πλάγιος». Ηταν ευθύς. Γι’ αυτό κι εύκολα δεν τον έδινες κι όταν τον έδινες, αυτός αρκούσε και περίσσευε. Σήμερα, «σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες», που τις σπουδάζουμε από την προσχολική ηλικία!
Ερχόμαστε από πολύ μακριά. «Θόη θόη θμός». Αλλο κι ετούτο! Τι είναι αυτά; Κάνε ντιλίτ και ριστάρτ. Κάνας ιός θα ‘ναι. Εξόριστοι στα ράφια των ποιητών οι στίχοι. Εμείς ακούμε τους λογιστές.
Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Κι αν γράφω αυτά που γράφω, δεν είναι επειδή χαριέντως πανθομολογούμε από χρόνια απράγμονες την ανημπόρια μας να διαβάσουμε Παπαδιαμάντη και Ροΐδη. Τα γράφω πρωτίστως μπας και γίνει αντιληπτό πως το ζήτημα της ένδειάς μας δεν είναι αμιγώς αισθητικό. Η λειψή γλώσσα τροφοδοτεί τη λειψή σκέψη κι αυτή με τη σειρά της την κριτική παρόπλιση, που δεν ξεμακραίνει και πολύ από τον πρωτογονισμό του δημοφιλούς διπόλου «μ’ αρέσει – δεν μ’ αρέσει». Πώς να γίνει, όμως, διαφορετικά; Χωρίς τους απελευθερωτικούς δεσμούς της συγκρότησης, έχουν το πάνω χέρι τα δεσμά του κενού, που με όση ψηφιοποίηση κι αν το μπουκώσουμε, αυτό δεν χαμπαριάζει από ποίηση. Αλλέως ειπείν, άμα ψευτίζει η ζωή, ψευτίζει κι η φωνή μας και οι ιερεμιάδες με τις οποίες την αποχαιρετούμε είναι ολότελα ανώφελες.
Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Η «εξευτελισμένη, πολύσπερμη και ασπόνδυλη» γλώσσα που ο Γ. Σεφέρης προφήτευε το 1964 είναι ήδη εδώ – πιο εδώ δεν γίνεται. Εδώ είμαστε κι εμείς και δεν ξέρουμε τι μας μέλλει. Και αν κάτι μας μένει, αυτό είναι να φυλάξουμε τη ζωή μας, μήπως ποτίζοντάς την με όσες ελληνίδες λέξεις μας απόμειναν, βλαστήσει και πάλι ο οικείος τρόπος που σε όλων των καιρών τα αινίγματα επιμένει να απαντά: ο άνθρωπος. Οχι ο άνθρωπος σαν ιδεολόγημα, αλλά ακέριος ο άνθρωπος με τη σωματοψυχή του – αυτή που ιδρώνει και ξεϊδρώνει, αυτή που ζαρώνει, αλλά κι αυτή που δεν αλέθεται στης αγάπης τις μυλόπετρες. Διότι η ανθρωπιά δεν είναι φυσική συνθήκη, αλλά επίτευγμα κοινωνίας. Και ανέκαθεν αυτή στέλνει αδιάβαστα όλα τα τέρατα που μας γυροφέρνουν.
Ερχόμαστε από πολύ μακριά κι είμαστε ανομολόγητα κουρασμένοι. Γι’ αυτό φοράμε παντού τις σαγιονάρες μας. Φοράμε τις σαγιονάρες που ξεκουράζουν τα πονεμένα πόδια μας. Οι σαγιονάρες κάποτε ήταν τα υποδήματα του πλυσταριού. Σήμερα είναι τα υποδήματα παντός καιρού και παντός τόπου. Τις φοράμε «στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι». Δεν χάθηκε η ευπρέπεια. Η ιερότητα του χώρου, ναι. Ο δημόσιος χώρος είναι πλέον το πλυσταριό μας. Εκεί μπουγαδιάζουμε τα άπλυτά μας. Και διασκεδάζουμε με ασκήσεις αφωνίας την κόπωσή μας από τα στίγματα της Ιστορίας. Δεν αγνοώ ότι ενίοτε «εν ασθενία τελειούται» η δύναμις, αλλά για να συμβεί αυτό, μάλλον, θα πρέπει να σταματήσουμε να λογαριάζουμε τα συμπτώματα της ασθένειας για ενδείξεις υγείας.
*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.
(από την εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ")