Εως τις 23 Φεβρουαρίου 2022 ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα πρέπει να ήταν ικανοποιημένος για όσα είχε πετύχει σε είκοσι και πλέον χρόνια στην εξουσία. Οπως εξηγούν σε άρθρο τους στο Foreign Affairs ο Μάικλ Κίματζ, καθηγητής Ιστορίας στο Catholic University of America, και η Μαρία Λίπμαν, επισκέπτρια ερευνήτρια στο George Washington University, ο ρώσος πρόεδρος

κατάφερε να προσφέρει εκ νέου στους Ρώσους δύο πράγματα που τους είχαν λείψει πολύ.

Καταρχάς οικονομική και πολιτική σταθερότητα μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τα ταραχώδη, σχεδόν άναρχα χρόνια του Μπόρις Γιέλτσιν. Και στη συνέχεια ένα ανανεωμένο αίσθημα αυτοσεβασμού, μετά από «τη μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του 20ού αιώνα», όπως χαρακτήρισε ο ίδιος ο Πούτιν την κατάρρευση της σοβιετικής «αυτοκρατορίας».

Φυσικά, αυτή η «ισορροπία», όπως την αποκαλούν οι δύο πανεπιστημιακοί, που κατάφερε να πετύχει ο Πούτιν, είχε κάποιο τίμημα. Η απουσία πολιτικής αστάθειας, για παράδειγμα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι «η Ρωσία δεν έχει σχεδόν καθόλου πολιτική: Στερείται πραγματικών πολιτικών κομμάτων και δεν διεξάγονται πραγματικές εκλογές. Το κράτος, το οποίο διατηρεί το δικαίωμα να καταστέλλει, καταστέλλει κυρίως όσους τολμούν να εκφράζουν την αποδοκιμασία τους, δηλαδή μια μικρή μειοψηφία πολιτών. Στο πλαίσιο αυτής της διευθέτησης το Κρεμλίνο διατηρεί τον έλεγχο και οι περισσότεροι Ρώσοι μπορούν να ασχολούνται με τις δουλειές τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν προκαλούν κανένα πρόβλημα».

Οσο για το αποκατεστημένο «αυτοκρατορικό» μεγαλείο (σε ανώτατο επίπεδο, ο Πούτιν μίλησε γι’ αυτό το 2007 στη Διάσκεψη του Μονάχου, αλλά είχε ήδη αποκαλύψει τις βλέψεις του στο μανιφέστο «Η Ρωσία στο κατώφλι της νέας χιλιετίας», το οποίο δημοσιεύθηκε το 1999), αποδείχτηκε σε βάρος των Γεωργιανών, των Σύρων και, εδώ και πάνω από μια τριετία, των Ουκρανών. 

Εάν η εισβολή στην Ουκρανία είχε εξελιχθεί όπως ανάμενε ο Πούτιν – δηλαδή με τη συνθηκολόγηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι μέσα σε λίγες ημέρες και την εγκατάσταση μιας κυβέρνησης ανδρεικέλων που θα μετέτρεπε την Ουκρανία σε νέα Λευκορωσία –, ο θρίαμβος του νέου τσάρου θα ήταν απόλυτος. Τουλάχιστον έως την επόμενη επίθεση. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε επώδυνα ο Πούτιν, το να περιβάλλεται ένας ηγέτης από δουλοπρεπείς συμβούλους που δεν τολμούν να του πουν την αλήθεια μην τυχόν και τον δυσαρεστήσουν αποτελεί σχεδόν εγγύηση αποτυχίας.

Οπως θυμίζουν στην ανάλυσή τους οι Κίματζ και Λίπμαν, η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», που θα ολοκληρωνόταν αστραπιαία, εξελίχθηκε σε έναν πόλεμο που, αν δεν τερματιστεί έως τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους, θα έχει διαρκέσει περισσότερο από τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο (όπως αποκαλούν οι Ρώσοι τον Β’ Παγκόσμιο) εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας. Και ενώ η Μόσχα συνεχίζει να γιορτάζει εκείνη τη νίκη στην Κόκκινη Πλατεία κάθε χρόνο, αναφορικά με την Ουκρανία οι Ρώσοι δεν έχουν πολλούς λόγους να χαίρονται και να γιορτάζουν.

«Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο από αποτυχίες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει περιέλθει σε αδιέξοδο. Σε αντίθεση με τις ελπίδες του Πούτιν, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 δεν ανάγκασε τη Δύση να εγκαταλείψει το Κίεβο. Στη Μέση Ανατολή το Ισραήλ επιτέθηκε σε πελάτες και εταίρους της Ρωσίας. Διοχετεύοντας τεράστιους πόρους στον πόλεμο, η Μόσχα περιόρισε τη στρατιωτική παρουσία της αλλού. Το 2023 η Ρωσία δεν έκανε τίποτα όταν ο σύμμαχός της, η Αρμενία, έχασε το Ναγκόρνο-Καραμπάχ από το Αζερμπαϊτζάν. Και στα τέλη του προηγούμενου έτους δεν κατάφερε να αποτρέψει την πτώση του Μπασάρ αλ Ασαντ.

»Ενας άλλος από τους βασικούς εταίρους της Ρωσίας, το Ιράν, σφυροκοπήθηκε από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Μόσχα στεκόταν ανίσχυρη στο περιθώριο. Η Ρωσία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την Κίνα για πρόσβαση σε ξένες αγορές και για αγαθά διπλής χρήσης που συντηρούν την πολεμική της προσπάθεια, αλλά οι άμεσες κινεζικές επενδύσεις και οι μεταφορές τεχνολογίας ήταν περιορισμένες. Συνολικά η Ρωσία έχει καταναλώσει τεράστιους πόρους σε έναν πόλεμο τον οποίο δεν κερδίζει», γράφουν ο Μάικλ Κίματζ και Μαρία Λίπμαν.

Φυσικά, ούτε η Ουκρανία κερδίζει, και τα κακά νέα, σύμφωνα με τους δύο ακαδημαϊκούς, είναι ότι ο Πούτιν δεν μπορεί να την αφήσει να κερδίσει: «Ο Πούτιν μπορεί να απολέσει την επιρροή του στη Μέση Ανατολή, η οποία δεν είναι θέατρο υπαρξιακής σημασίας για αυτόν, αλλά δεν θα αλλάξει πορεία στην Ουκρανία. Εάν αναγκαστεί, πιθανότατα θα θυσιάσει την ισορροπία στη Ρωσία για μια μαζική κινητοποίηση και σκληρά καταναγκαστικά μέτρα. Η επιστροφή της Ρωσίας στο μεγαλείο θα μπορούσε να αποδειχτεί ένα σισύφειο έργο για τον Πούτιν, αλλά θα κάνει τα πάντα για να αποφύγει την ήττα. Στην Ουκρανία θα ρισκάρει τα πάντα […] Η ισορροπία –ο εφησυχασμός που έχει ενσταλάξει στον ρωσικό πληθυσμό– κινδυνεύει να γίνει μια πολυτέλεια προς εξαφάνιση. Η θλιβερή αναγκαιότητα είναι ο πόλεμος», εξηγούν στην εκτενή ανάλυσή τους.

Ενδείξεις ότι ο Πούτιν δεν πρόκειται να κάνει πίσω υπάρχουν ήδη πολλές: «Αποφασισμένος να κερδίσει όποιο και αν είναι το κόστος, επέλεξε να υποτάξει τη ρωσική οικονομία στον πόλεμο, αφιερώνοντας όλο και περισσότερους πόρους στην παραγωγή πολεμικού υλικού. Λόγω των κυρώσεων, της απώλειας της ευρωπαϊκής αγοράς και του περιορισμού των δαπανών σε καιρό πολέμου, η ρωσική οικονομία βρίσκεται σε στασιμότητα, με υψηλό πληθωρισμό και ολοένα χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Το Κρεμλίνο αναγνώρισε πρόσφατα ότι επίκειται ύφεση, ενώ κρίσεις εκτός Ρωσίας –για παράδειγμα η πτώση της ιρανικής κυβέρνησης ή μια παγκόσμια οικονομική ύφεση– θα μπορούσαν να επιδεινώσουν περαιτέρω την κατάσταση».

Αν και, όπως γράφουν οι δύο αμερικανοί αναλυτές, στην παρούσα φάση «οι Ρώσοι απέχουν πολύ από το να επαναστατήσουν ενάντια στο καθεστώς», η ανταρσία του Γεβγκένι Πριγκόζιν το καλοκαίρι του 2023 υποδηλώνει ότι αργά ή γρήγορα «πιθανώς να αρχίσουν να στρέφονται κατά του πολέμου, αρνούμενοι να καταταγούν και αμφισβητώντας δημόσια τη σημασία μιας φαινομενικά ατέρμονης σύρραξης».

Οντας διατεθειμένος να θυσιάσει την σταθερότητα στον βωμό του αυτοκρατορικού μεγαλείου «για να καταστείλει πιθανές πολιτικές απειλές, ο Πούτιν σίγουρα θα κλιμάκωνε τον πόλεμο, αποχαιρετώντας την πολιτική ισορροπία στο εσωτερικό. Μπορεί να συμφωνήσει σε προσωρινές εκεχειρίες και να επιδοθεί σε μια κατ’ επίφασιν διπλωματία, ακόμη και με το πρόσχημα της διαπραγμάτευσης μιας διευθέτησης, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει ένα απλό γεγονός: ότι ο ρωσικός στρατός, σύμφωνα με τη δική του λογική, δεν έχει καταφέρει πολλά.

»Η Ρωσία δεν ελέγχει την Ουκρανία και οποιαδήποτε διευθέτηση που θέτει την Ουκρανία εκτός ρωσικού ελέγχου – επιτρέποντάς της να ενσωματωθεί στην Ευρώπη – θα ισοδυναμούσε με ήττα. Προς το παρόν ο πόλεμος που κήρυξε ο Πούτιν για να σταματήσει τη στροφή της Ουκρανίας προς τα δυτικά έχει απλώς ωθήσει την Ουκρανία προς τα δυτικά. Αυτό παραμένει μια εξέλιξη που ο Πούτιν δεν θα αποδεχτεί ποτέ».

Οσο για την πιθανή κλιμάκωση του πολέμου, ο επικεφαλής του Κρεμλίνου δεν στερείται, φυσικά, των απαραίτητων μέσων. Καταρχάς ελέγχει τους μηχανισμούς που είναι απαραίτητη για την επιβολή γενικής επιστράτευσης, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφοριών και των ελεγχόμενων από το κράτος μέσων ενημέρωσης. Θα μπορούσε επίσης να διεξαγάγει μια αδίστακτη εκστρατεία ιδεολογικής στρατολόγησης, με σκληρές ποινές για όσους αρνούνται να συμμορφωθούν.

«Το ότι ο Πούτιν έχει μέχρι στιγμής αποφύγει να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο δεν οφείλεται στην απροθυμία του να επιβληθεί με καταναγκαστικά μέσα στη Ρωσία, αλλά στο γεγονός ότι διστάζει να καταστρέψει την ηρεμία που έχει τόσο σχολαστικά διαμορφώσει. Αν εγκατέλειπε αυτή την ισορροπία, ο Πούτιν θα κατέληγε να διεξάγει έναν πόλεμο φανατικών στην Ουκρανία, παρασύροντας τη Ρωσία περαιτέρω και προκαλώντας ολοένα μεγαλύτερο χάος στον ουκρανικό λαό. Θα ήταν ασυγκράτητος ως στρατηγός στο εξωτερικό και ως τύραννος στο εσωτερικό. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να μετατρέψει μια σιωπηρή δικτατορία σε πλήρη δικτατορία, με τα σκοτεινά πολιτικά προνόμια μιας δικτατορίας και τις απεριόριστες γεωπολιτικές ορέξεις μιας δικτατορίας», γράφουν οι Μάικλ Κίματζ και Μαρία Λίπμαν, περιγράφοντας μια τρομακτική αλλά όχι απίθανη εξέλιξη. 

Protagon.gr

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr