Είναι "μισογεμάτο" ή "μισοάδειο" το ποτήρι μετά την επίσκεψη του Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα; Μια ρεαλιστική αξιολόγηση θα στεκόταν καταρχήν στο γεγονός ότι μόλις πέρσι το ποτήρι έμοιαζε ανεπανόρθωτα ραγισμένο. Αλλά η εποχή τού "Θα έρθουμε νύχτα" και του "Μητσοτάκης γιοκ" ανήκει ευτυχώς στο παρελθόν. Για πόσο, ουδείς μπορεί να γνωρίζει, δεδομένης της έφεσης του Τούρκου προέδρου στους αλλεπάλληλους ελιγμούς και τις απότομες μεταστροφές

Προς το παρόν, τα "ήρεμα νερά" είναι ευπρόσδεκτα και για την ελληνική και την τουρκική πλευρά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπαψαν να υφίστανται οι καταγεγραμμένες διαφορές. Αλλά έχουν και οι δύο χώρες συμφέρον να επικεντρωθούν σε άλλες προτεραιότητες και να εκπέμψουν διεθνώς το σήμα, ιδίως στην παρούσα φάση γεωπολιτικής αναστάτωσης στην ευρύτερη περιοχή, ότι Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειος δεν αποτελούν "διακεκαυμένη ζώνη". Κάτι τέτοιο, μάλιστα, έχει επείγοντα χαρακτήρα για τον Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος βρίσκεται στην πιο λεπτή φάση του παζαριού του με τις ΗΠΑ, έχοντας μόλις ομολογήσει ανοικτά ότι διασυνδέει την απεμπλοκή της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ με την υπόθεση της προμήθειας αμερικανικών F-16. Η πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν τα μαχητικά αυτά εναντίον της συμμάχου Ελλάδας αποτελούσε ένα από τα επιχειρήματα της αντιτουρκικής πτέρυγας στο Κογκρέσο. 

Προσδοκίες για την οικονομία
 
Προκειμένου περί μίας επίσκεψης που διήρκεσε μόλις έξι ώρες και κορυφώθηκε με κοινές δηλώσεις χωρίς ερωτήσεις δημοσιογράφων, καθώς και με την υιοθέτηση μιας μη δεσμευτικής νομικά "Διακήρυξης" πολιτικών προθέσεων, το επικοινωνιακό αποτύπωμα είναι δυσανάλογα μεγάλο – αρκεί και μόνο να ξεφυλλίσει κανείς τις συμπολιτευόμενες τουρκικές εφημερίδες που κάνουν λόγο για "νέα εποχή" κτλ. Αλλά η καλλιέργεια θετικής "ατμόσφαιρας" ήταν, εν πλήρη επιγνώσει, η κύρια επιδίωξη και των δύο πλευρών, με την προσδοκία ότι αυτή θα έχει μετρήσιμα αποτελέσματα, ιδίως στον οικονομικό τομέα (πρβ. τη δέσμευση για διπλασιασμό του όγκου διμερούς εμπορίου στα 10 δισ., την επταήμερη άρση της υποχρέωσης βίζας για Τούρκους τουρίστες σε 10 ελληνικά νησιά κ.ο.κ.).

Την ίδια ώρα τα ακανθώδη ζητήματα "σκληρής πολιτικής" στον πυρήνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων παραπέμπονται στον περισσότερο αργόσυρτο και εμπιστευτικό διμερή πολιτικό διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αλλά η προγραμματισμένη για την άνοιξη επίσκεψη που θα πραγματοποιήσει με τη σειρά του ο Έλληνας πρωθυπουργός στη γείτονα, αναμένεται να προσφέρει περισσότερη σαφήνεια και επ' αυτού. 

"Δεν υπάρχει αναμεταξύ μας κανένα πρόβλημα τόσο μεγάλο που να μην μπορεί να επιλυθεί" ήταν κατά τις κοινές δηλώσεις με τον Κυριάκο Μητσοτάκη η φράση-κλειδί του Τούρκου προέδρου, ο οποίος από άποψη ρητορικής έναντι της Ελλάδας ξεπέρασε τις θετικότερες στιγμές της εικοσαετούς του διακυβέρνησης. 

Αιχμηρές αναφορές

Αλλά ο Ερντογάν δεν παύει να είναι ο εαυτός του. Και η αναφορά του στη μειονότητα της Δυτικής Θράκης (την οποία αποκάλεσε "τουρκική", και όχι "μουσουλμανική", όπως είχε αρκεσθεί κατά την προηγούμενη έλευσή του στην Αθήνα το 2017), προκάλεσε διορθωτική παρέμβαση του Έλληνα πρωθυπουργού. Είναι μεν εύηχο το ότι ο Τούρκος πρόεδρος ενέταξε τη μειονότητα, από κοινού με τη "ρωμαίικη κοινότητα" της Κωνσταντινούπολης, στον "κοινό μας πλούτο" ως "δομικό στοιχείο" του, αλλά δεν παύει να αποτελεί γεγονός ότι, για την Αθήνα, πρόκειται μέχρι τώρα για ζήτημα εσωτερικής έννομης τάξης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι διμερούς διαπραγμάτευσης. 

Ιδιαίτερης προβολής στη γείτονα έτυχαν επίσης οι αναφορές του ισχυρού άνδρα της Άγκυρας στο ζήτημα του κλεισίματος του στρατοπέδου πολιτικών προσφύγων στο Λαύριο, το οποίο αναδρομικά εμφανίζει τη χώρα μας ως "διευκολυντή" της "τρομοκρατίας", όπως με χαρακτηριστική χαλαρότητα ορίζεται αυτή από την άλλη μεριά του Αιγαίου. Το κλείσιμο του στρατοπέδου του Λαυρίου ήταν το "δώρο" που προκαταβολικά είχε αποσπάσει η τουρκική πλευρά καθ' οδόν προς το ραντεβού της 7ης Δεκεμβρίου, ενώ και η ελληνική πλευρά καταμετρούσε στα δικά της οφέλη τη μείωση των μεταναστευτικών ροών χάρη και στην εντονότερη συνεργασία των τουρκικών αρχών (όπως δεν παρέλειψε να μνημονεύσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης) και βέβαια τον περιορισμό της εναέριας δραστηριότητας στο Αιγαίο. 

"Φρένο" σε δύο σημεία

Αλλά οι "επιθέσεις φιλίας" ονομάζονται ακριβώς "επιθέσεις" για κάποιον λόγο. Και στην πληθωρικά φιλική διάθεση του Ταγίπ Ερντογάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάστηκε να τραβήξει το "φρένο" σε δύο κρίσιμα σημεία. Το πρώτο ήταν η παρατήρηση ότι για την Αθήνα το μόνο ζήτημα που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας είναι (σε αντίθεση με τα όσα είπε ο Τούρκος πρόεδρος στη συνέντευξή του στην "Καθημερινή" υποδεικνύοντας κάποια συνολική διαιτησία επί των "αλληλένδετων" θεμάτων) η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο. Και το δεύτερο ήταν η υπενθύμιση ότι η Ελλάδα και η Τουρκία διαφωνούν ως προς το Κυπριακό, η επίλυση του οποίου κατά την Αθήνα είναι εφικτή μόνο στο πλαίσιο των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών, την ώρα που ο Ταγίπ Ερντογάν επικαλείται τις "πραγματικότητες" της διχοτόμησης. 

Ποια η ανάγνωση της Διακήρυξης Φιλίας και Καλής Γειτονίας

Η επίσημη περίσταση που έφερε τον Ερντογάν στην Αθήνα, ήτοι η 5η συνεδρίαση (μετά από χαρακτηριστική διακοπή επτά ετών) του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, με συμμετοχή όλων των συναρμόδιων υπουργών κατέληξε στη δημοσιοποίηση Διακήρυξης Φιλίας και Καλής Γειτονίας των δύο χωρών. Το κείμενο αυτό κατοχυρώνει τη διαδικασία διαλόγου σε τρεις διαύλους (Πολιτικό διάλογο που πλέον ενσωματώνει τις άτυπες διερευνητικές επαφές για το Αιγαίο, Θετική Ατζέντα στα ζητήματα "χαμηλής πολιτικής" και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης μεταξύ των υπουργείων Άμυνας), υπογραμμίζοντας σε κάθε παράγραφό του την ανάγκη συνεργασίας των δύο πλευρών σε πνεύμα αποφυγής εντάσεων. 

Υπόκειται όμως η Διακήρυξη αυτή σε ένα μέγα παράδοξο: ότι δεν μπορεί κάτι να πει για το Κυπριακό (το οποίο, καίτοι δεν αποτελεί διμερές θέμα, βρίσκεται αντικειμενικά στην καρδιά των ελληνοτουρκικών τριβών καθ' όλη τη μεταπολεμική περίοδο) και, το κυριότερο, "συνυπάρχει" με την απειλή χρήσης βίας έναντι της Ελλάδας την οποία υιοθέτησε τη δεκαετία του '90 η Τουρκική Εθνοσυνέλευση (casus belli) και δεν έχει αναιρέσει. 

Επιπλέον, η ίδια η Διακήρυξη προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη "δεσμεύονται να απέχουν από κάθε δήλωση, πρωτοβουλία ή ενέργεια που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να απαξιώσει το γράμμα και το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης ή να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή τους". Και είναι πολλά αυτά που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως παραβίαση της ανωτέρω δέσμευσης: από οποιαδήποτε ελληνική προσφυγή (πόσω μάλλον βέτο) σε ευρωπαϊκά ή διεθνή όργανα επί θεμάτων τουρκικού ενδιαφέροντος έως τις ελληνικές στρατιωτικές δραστηριότητες στα νησιά. 

(από capital.gr)