Χωρίς αμφιβολία, η Επιτροπή Επιστημόνων της οποίας ηγείται ο Σωτήρης Τσιόδρας, μαζί με τις αρμόδιες υπηρεσίες της κυβέρνησης, κατέγραψαν μεγάλη επιτυχία στη πρώτη φάση αντιμετώπισης της πανδημίας. Αυτό δείχνουν όλα τα στοιχεία και αυτή είναι η αλήθεια

 

Ο ίδιος, δε, ο κ. Τσιόδρας αποδείχτηκε «ο κατάλληλος άνθρωπος» για να εξηγήσει, να παροτρύνει θετικά, να περάσει ορθά μηνύματα, δίνοντας μάλιστα ζεστασιά και ανθρωπιά σε όλη τη διαδικασία αυτής της καθημερινής και αρκετά επιστημονικής ενημέρωσης.

Χωρίς λοιπόν να έχω αμφιβολίες ούτε για την επιστημονική επάρκεια ούτε και για το αγαθό των προθέσεών του, οφείλω να σημειώσω ότι χθες δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα σε τέσσερα, σημαντικά για την κοινή γνώμη, θέματα.

Πιο σημαντικό ίσως όλων, είναι το θέμα των σχολείων. Χθες, ο κ. Τσιόδρας προσπάθησε να καθησυχάσει τους δικαιολογημένα ανήσυχους γονείς, υποστηρίζοντας εν πολλοίς ότι τα παιδιά δεν κολλάνε αλλά ούτε και μεταδίδουν τον ιό εύκολα. Τόνισε μάλιστα ότι όταν προτάθηκε να κλείσουν τα σχολεία, όπως κι έγινε (ήταν μάλιστα η πρώτη δραστηριότητα που σταμάτησε), δεν υπήρχαν στην επιστημονική κοινότητα επαρκή στοιχεία. Κι ότι εν πολλοίς οι επιστήμονες στηρίχθηκαν τότε στη συμπεριφορά του ιού της γρίπης.

Ανατρέχοντας όμως σε ρεπορτάζ του Iatronet για το τι έλεγε τότε η επιστημονική μας κοινότητα, προκύπτει ότι τότε διδόταν η εξής αιτιολόγηση: Το κλείσιμο των σχολείων κρίνεται μία απολύτως αναγκαία ενέργεια, καθώς τα παιδιά έως 12 ετών θεωρούνται ως μία από τις κρίσιμες παραμέτρους στη μετάδοση του κορωνοϊού.

Έχει διαπιστωθεί πως φέρουν πολύ υψηλό ιικό φορτίο και έχουν υψηλή μεταδοτικότητα έως και 14 μέρες μετά την αρχική λοίμωξη. Όλα αυτά, ενώ δεν παρουσιάζουν καν συμπτώματα, αλλά ο ιός πολλαπλασιάζεται έντονα στον λαιμό τους.

Χθες ο κ. Τσιόδρας παρουσίασε μια σειρά από λόγους, επικαλούμενος νεότερες μελέτες, για το -προσεκτικό πάντα- άνοιγμα των σχολείων, οι οποίοι επίσης παρουσιάστηκαν στο σχετικό ρεπορτάζ του Iatronet. Δεν είμαστε οι μόνοι άλλωστε που ακολουθούν τα στοιχεία αυτά, όπως φαίνεται και από πρόσφατο σχετικό ρεπορτάζ στο εξωτερικό.

Εντούτοις αυτή η ριζική ανατροπή, από τη μία άκρη σχεδόν στην άλλη, ευλόγως δημιουργεί ερωτήματα και αγωνίες, ιδίως όταν ουδείς είναι σήμερα έτοιμος «να βάλει το χέρι του στη φωτιά» για το τι κάνει και τι δεν κάνει ο κορωνοϊός, εκτός από το γεγονός ότι τα παιδιά κινδυνεύουν να αρρωστήσουν σοβαρά πολύ λιγότερο από τους ενήλικες.

Εύλογος λοιπόν και ο προβληματισμός των γονέων, που αν δεν αντιμετωπιστεί, πιθανώς θα οδηγήσει σε ιδιαίτερα περιορισμένη προσέλευση.

Το δεύτερο θέμα που προβληματίζει, αφορά βεβαίως τη χρήση μασκών προστασίας. Θέμα για το οποίο όλοι θυμούνται ότι ο κ. Τσιόδρας ήταν προ ολίγου καιρού κάθετος, ότι είναι περιττό κι ενδεχομένως επικίνδυνο.

Εντούτοις, στο μεσοδιάστημα, η πρακτική χρήσης μάσκας εξαπλώθηκε από την Ασία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ κι εντέλει θεσμοθετήθηκε ως μέτρο και στη χώρα μας, ακολουθώντας τις πρακτικές των άλλων χωρών.

Είναι όμως δύσκολο να πείσεις κάποιον ότι πριν ελεγχθεί η πανδημία, δεν υπήρχε λόγος να φοράει μάσκα στο σουπερμάρκετ, τώρα όμως που έχει ελεγχθεί, θα πρέπει να τη φοράει υποχρεωτικά, χωρίς να αναρωτηθεί τουλάχιστον, αν είναι και λίγο κακοπροαίρετος, μήπως «τότε» απλά δεν είχαμε αρκετές μάσκες (φέρναμε άλλωστε με αεροπλάνα από άλλες χώρες), ενώ τώρα που έχουν μπει στην παραγωγή και νέες ελληνικές εταιρείες, υπάρχει πλέον επάρκεια.

Κι αυτό μας φέρνει στο επόμενο θέμα που αφορά τον αριθμό των μοριακών τεστ. Στις αρχές του «Μένουμε Σπίτι» γίνονταν περίπου 900 τεστ την ημέρα και ο κ. Τσιόδρας ανέφερε ότι το να κάναμε περισσότερα θα ήταν έως και… σπατάλη. Όλες δε οι ερωτήσεις που έγιναν από δημοσιογράφους, για το πόσα τεστ θα έπρεπε να κάνουμε κι αν υπήρχε επάρκεια για το επόμενο στάδιο, έμειναν αναπάντητες.

Στο μεταξύ, όμως, από ένα σημείο και μετά, ο αριθμός των τεστ αυξανόταν μέρα με τη μέρα, χωρίς να αρθεί το lockdown, με αποτέλεσμα να φτάσουμε προ ημερών, ως και την πραγματοποίηση περίπου 3.000 διαγνωστικών τεστ σε μια μέρα.

Το παράδοξο όμως είναι πως ούτε και χθες απαντήθηκε από τους αρμοδίους το ερώτημα πόσα τεστ χρειαζόμαστε ανά ημέρα για να γίνει η έξοδος με ασφάλεια (θέμα που έχει απασχολήσει κατά κόρον άλλες χώρες, από τη Γαλλία ως τις ΗΠΑ), τι δυνατότητες έχουμε, αν έχουμε επάρκεια για το προσεχές μέλλον κι αν έχουν γίνει σχετικές παραγγελίες. Ως συνήθως, ο αρμόδιος υφυπουργός Βασίλης Κοντοζαμάνης έδωσε μια απάντηση που δεν περιείχε κανένα απολύτως στοιχείο!

Το τελευταίο θέμα αφορά τις θερμομετρήσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει να γίνονται στην περίπτωση των Ελληνικών Δικαστήριων (όπου καθείς προσέρχεται λίγο-πολύ υποχρεωτικά για να τακτοποιήσει υποθέσεις του), ενώ δεν περιλαμβάνονται στο ευρύτερο πλέγμα μέτρων. Ο κ. Τσιόδρας εν πολλοίς είπε ότι η θερμομέτρηση είναι μέτρο αμφίβολης αποτελεσματικότητας αφού δεν «πιάνει» τους ασυμπτωματικούς κι όσους είναι σε φάση επώασης και άρα, δεν είναι σημαντικό και απαραίτητο.

Όμως, το βέβαιο είναι ότι πιάνει όσους ενδεχομένως έχουν «ανεβάσει θερμοκρασία» και είτε δεν το έχουν αντιληφθεί είτε, παρ' όλα όσα έχουν συμβεί, αδιαφορούν. Κι αυτό δεν είναι κάτι ασήμαντο ή τουλάχιστον δεν θεωρείται ασήμαντο σε πολλές χώρες, ιδίως δε στην έμπειρη στις πανδημίες Ασία, όπου τη χρησιμοποιούν σε ευρύτατη κλίμακα. Εσχάτως, δε, εφαρμόζεται και από μεγάλους εργοδότες στις Ηνωμένες Πολιτείες, που έμειναν σε λειτουργία μέσα στο lockdown.

Γιατί λοιπόν καθιερώθηκε μόνο στα Δικαστήρια; Και με πρωτοβουλία ποιας αρχής, που ενεργεί έτσι «αυτόνομα»;

Ουδείς αμφιβάλλει ότι πρέπει να βγούμε από το σπίτι και να «Μείνουμε Ασφαλείς», εξασκώντας όσα αναλογούν στην ατομική ευθύνη μας. Ωστόσο, σε ένα τόσο σοβαρό θέμα, όσο περισσότερη διαφάνεια υπάρχει και όσο πιο συγκεκριμένη και στοιχειοθετημένη είναι η πληροφόρηση, τόσο καλύτερα είναι.

Ο καθηγητής Τσιόδρας έχει κάνει τεράστιες προσπάθειες να καλύψει τα περισσότερα κενά. Στα συγκεκριμένα θέματα όμως, ως δημοσιογράφος, συνηθισμένος ίσως να «ψειρίζω» λίγο περισσότερο όσα λέγονται και γράφονται, ομολογώ ότι κι εγώ έχω σημαντικές απορίες.

(από euro2day.gr, 30/04/2020)