Μπορεί η Ελλάδα να Πρωταγωνιστήσει στην Τεχνολογία;

Μπορεί η Ελλάδα να Πρωταγωνιστήσει στην Τεχνολογία;
των Κρίστιαν Μπόντεβιγκ και Βόλφγκανγκ Φένγκλερ*
Παρ, 17 Μαΐου 2019 - 18:54

Επειτα από μία δεκαετία αναταραχής, η Ελλάδα ατενίζει ένα καλύτερο μέλλον. Αλλά δέκα χρόνια είναι μεγάλο διάστημα στον κόσμο της τεχνολογίας. Η ανάκαμψη δεν θα οδηγήσει τους Ελληνες πίσω στην προ κρίσης εποχή. Καθώς η ελληνική οικονομία βυθιζόταν στην ύφεση 

ο ρυθμός των τεχνολογικών εξελίξεων διεθνώς επιταχύνθηκε σημαντικά. Η Ελλάδα επιστρέφει σε μία παγκόσμια οικονομία που έχει μετασχηματιστεί ριζικά. Σήμερα, οι ψηφιακές τεχνολογίες ανατρέπουν τα δεδομένα για εταιρείες, εργαζομένους και καταναλωτές. Εταιρείες της ψηφιακής οικονομίας –συχνά αμερικανικές ή κινεζικές– συσσωρεύουν αστρονομικά κέρδη, πολύ μεγαλύτερα από αυτά των μεγάλων βιομηχανιών της Ευρώπης. Οι νέες δουλειές στην Ευρώπη αφορούν αυξανόμενα εργασίες που είναι μη επαναλαμβανόμενες και απαιτούν διαπροσωπική επαφή, άρα είναι δύσκολο να αυτοματοποιηθούν.

Μπορεί η Ελλάδα να έχει ευημερία σε έναν κόσμο επιταχυνόμενης τεχνολογικής αλλαγής; Πρόσφατες έρευνες της Παγκόσμιας Τράπεζας παρέχουν κάποιες απαντήσεις. Οι χώρες που ευδοκιμούν στην τεχνολογία είναι αυτές που δίνουν ευκαιρίες στους εργαζομένους μέσω της εκπαίδευσης να προσαρμοστούν στη νέα αγορά εργασίας και που επενδύουν στις ψηφιακές υποδομές. Αλλά και οι ίδιες οι εταιρείες πρέπει να κινηθούν επιθετικά στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Για να το πετύχουν αυτό, χρειάζονται νέες διοικητικές δομές και ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που ενθαρρύνει τις επενδύσεις και την καινοτομία. Ποιες είναι οι προοπτικές της Ελλάδας, με βάση αυτά τα κριτήρια;

Στην εκπαίδευση βρίσκεται σε σχετικά καλή θέση: το 44% των ατόμων 30-34 ετών διαθέτει πανεπιστημιακά πτυχία (μ.ό. Ε.Ε.: 40%). Η χώρα έχει επίσης ένα σχετικά υψηλό ποσοστό πτυχιούχων STEM (επιστήμη -τεχνολογία - μηχανολογία -μαθηματικά). Δεν υπάρχουν, όμως, αρκετές θέσεις εργασίας γι’ αυτούς στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να γίνεται εξαγωγή ταλέντων, ειδικά στον τομέα της τεχνολογίας. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν διασφαλίζει ότι οι επόμενες γενιές θα έχουν τις αναγκαίες θεμελιώδεις γνώσεις: περισσότεροι από ένας στους τρεις 15χρονους κρίθηκε ανεπαρκής στα μαθηματικά στο πρόγραμμα αξιολόγησης της PISA για το 2015.

Στο επιχειρηματικό περιβάλλον η Ελλάδα έχει πετύχει την ταχεία σύγκλιση με τις ηγέτιδες χώρες της Ε.Ε. στην πρόσβαση σε ευρυζωνικές υπηρεσίες. Ωστόσο, λίγες εταιρείες εκμεταλλεύονται τις υποδομές αυτές για ηλεκτρονικό εμπόριο και άλλες ψηφιακές δραστηριότητες. Επιπλέον, παρατηρείται μια διεύρυνση του χάσματος παραγωγικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρών εταιρειών στην Ευρώπη, με τις μεγάλες εταιρείες να υιοθετούν ταχύτερα τις νέες τεχνολογίες. Η Ελλάδα, με ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, κινδυνεύει να μείνει ακόμα πιο πίσω. Και οι επιδόσεις της χώρας στην έκθεση Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας είναι από τις χειρότερες στον ΟΟΣΑ.  Κι όμως, εν μέσω της κρίσης, ιδρύθηκαν στην Αθήνα επιτυχημένες startups με διεθνείς φιλοδοξίες. Το καινοτόμο πνεύμα του τεχνολογικού τομέα έχει διαχυθεί και σε άλλους κλάδους, όπως η γεωργία. Η Ελλάδα, επιπλέον, δεν είναι αμελητέος παίκτης στην ψηφιακή έρευνα.

Κατατάσσεται, μάλιστα, μεταξύ των επτά κορυφαίων χωρών στη συμμετοχή στο ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα Horizon 2020.

Τα επόμενα βήματα πρέπει να είναι η κινητοποίηση των πτυχιούχων STEM της χώρας και η διασύνδεση των πανεπιστημίων τους με το αναδυόμενο οικοσύστημα των τεχνολογικών startups. Τα διεθνή δίκτυα έχουν μεγαλύτερη σημασία από ποτέ. Παρότι το brain drain έχει επιδεινωθεί στα χρόνια της κρίσης, η διασπορά μπορεί να αποτελέσει πηγή ευκαιριών για επαφές Ελλήνων επιχειρηματιών της τεχνολογίας με ομολόγους τους, επενδυτές και επιστήμονες ανά τον κόσμο.  Παράλληλα, πρέπει να αναβαθμιστεί το εκπαιδευτικό σύστημα και το επιχειρηματικό κλίμα, εστιάζοντας στο εταιρικό μάνατζμεντ και στη μείωση της φορολογίας στην εργασία. Η Ελλάδα, τέλος, πρέπει να προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις, τόσο στον δευτερογενή τομέα όσο και στις υπηρεσίες, μέσω της μείωσης της μεταβλητότητας στην εφαρμοζόμενη πολιτική.

* Ο κ. Κρίστιαν Μπόντεβιγκ και ο κ. Βόλφγκανγκ Φένγκλερ είναι στελέχη της Παγκόσμιας Τράπεζας. Το κείμενο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή δημοσίευσής του στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Brookings. 

("Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ")