Μπορεί ο Γερμανός Καγκελάριος να βρίσκεται στην Κίνα για την πολυσυζητημένη συνάντησή του με τον Κινέζο Πρόεδρο, Σι Ζινπίνγκ, όμως οι πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία δεν σταματούν. Η κυβερνητική συμμαχία των CDU/CSU και SPD ανακοίνωσε σήμερα πως κατέληξε σε συμφωνία για την αλλαγή του νόμου που αφορά στη θέρμανση των κτιρίων. Η σημερινή ρύθμιση είχε εγκριθεί το 2023 από την κυβερνητική συμμαχία των SPD, Πρασίνων, και FDP και έθετε φιλόδοξους στόχους στο πλαίσιο της γερμανικής κλιματικής πολιτικής. Μεταξύ αυτών, ότι οι νέες εγκαταστάσεις θέρμανσης οφείλουν να χρησιμοποιούν 65% ανανεώσιμη ενέργεια, δίνοντας έμφαση σε τεχνολογίες όπως οι αντλίες θερμότητας.
Ωστόσο, εκείνο το νομοσχέδιο είχε προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις, καταφέρνοντας το πρώτο πλήγμα την κυβέρνηση Σολτς. Μάλιστα, ο Υπουργός Οικονομικών, Ρόμπερτ Χάμπεκ, που προερχόταν από τους Πράσινους, είχε αναγκαστεί να οπισθοχωρήσει σε αρκετά πολύ αμφιλεγόμενα σημεία του νομοσχεδίου, προκειμένου να το περάσει από την Bundestag. Ως εκ τούτου, η κατάργηση του νόμου αποτέλεσε ένα βασικό διακύβευμα για την κοινωνική ατζέντα των εκλογών που ανέδειξαν την κυβέρνηση Μερτς. Εντέλει, οι δύο κυβερνητικοί εταίροι συμφώνησαν να προχωρήσουν σε ριζικές αλλαγές.
Αρχικά, επιτρέπεται πλέον η εγκατάσταση θερμαντικών συστημάτων που λειτουργούν με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, εφόσον αυτά τηρούν κάποια ελάχιστα κλιματικά κριτήρια. Μέχρι το 2029, οι υποδομές αυτές θα πρέπει να αξιοποιούν “πράσινα καύσιμα” όπως το βιομεθάνιο κατά 10%, ποσοστό που θα αυξηθεί σταδιακά μέχρι το 2040. Επί του παρόντος, περίπου το 80% των υφιστάμενων οικιακών κτιρίων θερμαίνονται με συμβατικές τεχνολογίες και επομένως, η προσθήκη των νέων κατασκευών θα οδηγήσει σε αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης για τα ορυκτά καύσιμα βραχυπρόθεσμα και για τα εναλλακτικά καύσιμα μεσοπρόθεσμα. Όμως, οι αναλυτές δηλώνουν αβέβαιοι για το κατά πόσο η Γερμανία θα διαθέτει επαρκείς υποδομές για την κάλυψη των αναγκών σε “πράσινα καύσιμα”.