Προς το παρόν επιτυχημένη φαίνεται η προσπάθεια του Προέδρου Τραμπ να λύσει τη δύσκολη εξίσωση μεταξύ της ανάπτυξης της ΑΙ και της εκτίναξης του ενεργειακού κόστους. Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε χθες στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης στο Κογκρέσο, ο Τραμπ διαπραγματεύτηκε με τους διαχειριστές data centers με στόχο να περιορίσει τις πιέσεις που καταγράφονται τόσο προς τα τιμολόγια των νοικοκυριών, όσο και προς τις υποδομές του δικτύου. Με βάση τα λεγόμενα του Τραμπ, οι επιχειρήσεις αυτές θα κατασκευάσουν τις δικές τους μονάδες ηλεκτροπαραγωγής ώστε να καλύψουν τις ιδιαίτερα υψηλές ενεργειακές ανάγκες των data centers. Ουσιαστικά, αυτό θα δημιουργήσει πληθώρα ανεξάρτητων μικρο-δικτύων που θα εξυπηρετούν αποκλειστικά τους κόμβους ΑΙ.
Εκ πρώτης όψεως, η προσέγγιση αυτή είναι πολύ θετική για τους οικιακούς καταναλωτές και τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες αναγκάζονται να πληρώνουν υπέρογκους λογαριασμούς ώστε να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις των παρόχων τους σε νέες υποδομές για την ΑΙ. Μάλιστα, σε πολλές πολιτείες καταγράφονται δραματικές αυξήσεις στα τιμολόγια ρεύματος, επιβαρύνοντας πολλές οικογένειες. Εντούτοις, το σχέδιο αυτό ανοίγει και ορισμένα νέα ζητήματα. Για παράδειγμα, εφόσον η κυβέρνηση Τραμπ έχει ουσιαστικά φρενάρει την ανάπτυξη των ΑΠΕ, οι εταιρείες αυτές θα πρέπει να στραφούν στα ορυκτά καύσιμα ή την πυρηνική ενέργεια. Αυτό συνεπάγεται αφενός αύξηση της ζήτησης και άρα αύξηση του κόστους για αυτές τις μορφές ενέργειας και αφετέρου μεγάλους χρόνους για την κατασκευή των ενεργειακών μονάδων.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν ανέφερε περισσότερες λεπτομέρειες, καθώς το σχέδιο θα οριστικοποιηθεί κατόπιν συζητήσεων με τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στις αρχές Μαρτίου. Δίνοντας έμφαση στο συγκεκριμένο ζήτημα, ο Τραμπ προσπαθεί να εξουδετερώσει ένα από τα κρισιμότερα προβλήματα των Ρεπουμπλικανών, την εκτίναξη του κόστους διαβίωσης κατά το τελευταίο έτος. Ταυτόχρονα, σημειώνεται ένα συνεχώς ισχυρότερο κύμα αντιδράσεων κατά της κατασκευής data centers σε τοπικό επίπεδο, μία εξέλιξη που θα μπορούσε να υπονομεύσει την αμερικανική στρατηγική για την τεχνολογική υπεροχή έναντι της Κίνας.