Η Λιβύη βρίσκεται στη διαδικασία αναμόρφωσης του πετρελαϊκού της τομέα 15 χρόνια μετά την πτώση του ηγέτη της Μουαμάρ Καντάφι και τις πολύχρονες εμφύλιες διενέξης που ακολούθησαν. Η χώρα παράγει περίπου 1,4 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα, αλλά δεν διαθέτει την υποδομή για να το επεξεργαστεί, κάτι που την αφήνει να εξαρτάται από τις εισαγωγές καυσίμων.
Αφού προχώρηση στην προκήρυξη γύρων αδειοδότησης για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια, σε μια προσπάθεια να αυξήσει την παραγωγή αργού στα 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, η δεύτερη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα της Αφρικής αλλάζει τώρα τον τρόπο με τον οποίο πωλεί το πετρέλαιό της και αγοράζει τα καύσιμα που χρειάζεται.
Αντί να ανταλλάξει τις εισαγωγές καυσίμων με εξαγωγές αργού, έχει προχωρήσει σε διαγωνισμούς για να καλύψει τις ανάγκες της σε καύσιμα.
Στους διαγωνισμούς των τελευταίων εβδομάδων, για τους οποίους δεν έχουν υπάρξει παλαιότερα αναφορές, η Vitol κέρδισε τα δικαιώματα προμήθειας 5-10 φορτίων βενζίνης το μήνα και ορισμένων όγκων ντίζελ, όπως δήλωσαν στο διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο τρεις traders που γνωρίζουν τα αποτελέσματά τους.
Οι Trafigura και TotalEnergies κέρδισαν επίσης το δικαίωμα προμήθειας καυσίμων, όπως δήλωσαν δύο από τους τρεις traders. Το Reuters δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τις ακριβείς ποσότητες.
Από την πλευρά τους, οι εταιρείες Vitol, Trafigura και TotalEnergies αρνήθηκαν να σχολιάσουν. Η κρατική Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης δεν απάντησε αμέσως σε αίτημα για σχολιασμό σχετικά με τους διαγωνισμούς.
Μειώνονται οι εισαγωγές καυσίμων από τη Ρωσία
Οι διαγωνισμοί εκτιμάται ότι θα μειώσουν περαιτέρω τις εισαγωγές ρωσικών προϊόντων στη Λιβύη, καθώς οι δυτικές εταιρείες προμηθεύονται τους όγκους τους από διυλιστήρια στη Μεσόγειο.
Οι ρωσικές εξαγωγές καυσίμων προς τη Λιβύη έχουν μειωθεί σε περίπου 5.000 βαρέλια ημερησίως το 2026 από 56.000 βαρέλια ημερησίως τη διετία 2024-2025, όταν η Μόσχα ήταν ο κυρίαρχος προμηθευτής, σύμφωνα με δεδομένα σε απευθείας μετάδοση από την παγκόσμια εταιρεία ανάλυσης Kpler.
Η Ιταλία έχει αναδειχθεί εφέτος στον κορυφαίο προμηθευτή καυσίμων της Λιβύης, με 59.000 βαρέλια ημερησίως, κυρίως από τα διυλιστήρια ISAB και Sarroch που διαχειρίζονται οι Trafigura και Vitol, σύμφωνα με τα στοιχεία της Kpler.
Η Μόσχα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην Αφρική, την Ασία και τη Νότια Αμερική για τις πωλήσεις καυσίμων, μετά την απαγόρευση των διυλισμένων προϊόντων της από τις αγορές τις Δύσης λόγω κυρώσεων που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το Κρεμλίνο έχει επίσης δει τις εξαγωγές πετρελαίου του προς την Ινδία και την Τουρκία να μειώνονται υπό την πίεση των ΗΠΑ, διοχετεύοντας περισσότερο πετρέλαιο προς την Κίνα.
Οι συνολικές εξαγωγές καυσίμων προς τη Λιβύη από όλες τις πηγές ανέρχονται κατά μέσο όρο σε περίπου 186.000 βαρέλια ημερησίως από τις αρχές του 2024.
Μεγάλοι δυτικοί παίκτες αναλαμβάνουν τις εξαγωγές αργού
Η Λιβύη θα αλλάξει επίσης τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τις εξαγωγές αργού πετρελαίου, ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Η ελβετική εμπορική εταιρεία BGN, η οποία προηγουμένως ήταν βασικός εξαγωγέας, θα δει τις ποσότητες αργού πετρελαίου από τη Λιβύη να μειώνονται απότομα, ανέφεραν και οι τρεις traders, καθώς θα παραχωρηθούν δικαιώματα εξαγωγής σε μεγάλους δυτικούς παίκτες.
Η μικρή ελβετική εταιρεία Transmed Trading παρέλαβε επίσης αρκετά φορτία αργού πετρελαίου τον Ιανουάριο και θα συνεχίσει να παραλαμβάνει για εξαγωγή όλο και μεγαλύτερους όγκους τους επόμενους μήνες, ανέφεραν δύο από τις τρεις πηγές.
Η Transmed και η BGN δεν απάντησαν αμέσως σε αιτήματα για σχόλια.
Η Λιβύη υπέγραψε επίσης 25ετή συμφωνία ανάπτυξης πετρελαίου με την TotalEnergies και την ConocoPhillips τον Ιανουάριο, η οποία περιλαμβάνει περισσότερα από 20 δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις με κεφάλαια από το εξωτερικό.