Στην ουσία είναι μια επανάληψη του περσινού «θρίλερ», όπου ΗΠΑ και Κίνα ανέστειλαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και για διάστημα ενός έτους την εκατέρωθεν επιβολή λιμενικών τελών. Μπορεί το ICS να επικροτεί την πρόθεση των ΗΠΑ να επενδύσουν στη ναυτιλιακή τους βιομηχανία, αλλά απορρίπτει πλήρως την επιβολή λιμενικών τελών.
Με ανακοίνωσή του το Διεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο αναγνωρίζει το Ναυτιλιακό Σχέδιο Δράσης της αμερικανικής κυβέρνησης, ωστόσο εκφράζει σαφή αντίθεση σε οποιαδήποτε προτεινόμενη λιμενική χρέωση για πλοία ξένης κατασκευής που προσεγγίζουν αμερικανικά λιμάνια, προειδοποιώντας για σοβαρές επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο.
Το ICS χαιρετίζει τη δηλωμένη πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να αναζωογονήσει και να επεκτείνει την εγχώρια ναυπηγική και ναυτιλιακή ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, υπογραμμίζοντας ότι στηρίζει πολιτικές που ενθαρρύνουν τις επενδύσεις και ενισχύουν τη ναυπηγική βάση.
Όπως επισημαίνει, η πρόσθετη εμπορική χωρητικότητα συμβάλλει στην αποδοτικότητα, την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της διεθνούς ναυτιλίας, ενώ μια ισχυρή και διαφοροποιημένη παγκόσμια ναυπηγική βιομηχανία ωφελεί το εμπόριο και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Παράλληλα, όμως, το Επιμελητήριο εκφράζει έντονη ανησυχία για τις προτεινόμενες λιμενικές επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας καθολικής χρέωσης υποδομής ή ασφάλειας για εμπορικά πλοία ξένης κατασκευής.
«Η επιβολή τελών με βάση το βάρος του εισαγόμενου τόνου, σε επίπεδα που κυμαίνονται από 1 σεντ ανά κιλό έως 25 σεντ ανά κιλό, θα αντιπροσώπευε ένα σημαντικό πρόσθετο κόστος για τις θαλάσσιες μεταφορές. Τέτοιου είδους μέτρα ενέχουν τον κίνδυνο να στρεβλώσουν το εμπόριο, να αυξήσουν το κόστος για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ, να διαταράξουν την ομαλή ροή του παγκόσμιου εμπορίου και να ενθαρρύνουν τη λήψη αντιποίνων», αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Διεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο.
Το ICS υποστηρίζει σθεναρά την ελεύθερη, αποτελεσματική και χωρίς περιττά εμπόδια διακίνηση των εμπορευμάτων. Ο παγκόσμιος χαρακτήρας των θαλάσσιων μεταφορών απαιτεί πολιτικές λύσεις που να συντονίζονται προσεκτικά και να αποφεύγουν ανεπιθύμητες συνέπειες για τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την οικονομική σταθερότητα.
Το διεθνές ναυτικό επιμελητήριο επισημαίνει ότι παραμένει προσηλωμένο στη συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση, καθώς και με διεθνείς εταίρους, για την υποστήριξη πολιτικών που ενισχύουν τη θαλάσσια μεταφορική ικανότητα, διασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματικότητα και την ακεραιότητα του παγκόσμιου εμπορίου.
Σημειώνεται ότι το σχέδιο ανασυγκρότησης της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας και των συναφών ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, που δόθηκε στη δημοσιότητα προβλέπει – μεταξύ άλλων – τον καθορισμό ενός ενιαίου τέλους για τα πλοία ξένου νηολόγησης από οποιαδήποτε χώρα που εισέρχονται σε λιμάνια των ΗΠΑ και το οποίο θα υπολογίζεται με βάση το βάρος του εισαγόμενου φορτίου που μεταφέρεται με το πλοίο. Ένα τέλος 1 σεντ ανά κιλό για τα πλοία που έχουν κατασκευαστεί στο εξωτερικό, θα αποφέρει έσοδα περίπου 66 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δέκα χρόνια, ενώ ένα τέλος 25 σεντ ανά κιλό θα αποφέρει έσοδα κοντά στα 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το Ταμείο Ασφάλειας της Ναυτιλίας, αναφέρεται στο σχέδιο, που επισημαίνει ότι καθώς τα πλοία που έχουν κατασκευαστεί στο εξωτερικό επωφελούνται από την πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ, η πολιτική αυτή διασφαλίζει ότι συμβάλλουν στη μακροπρόθεσμη αναζωογόνηση των ναυτιλιακών δυνατοτήτων της Αμερικής.
Υπενθυμίζεται ότι τα σχετικά τέλη είχαν αρχικά ενεργοποιηθεί τον Οκτώβριο του 2025 και εκτιμήθηκε πως θα απέφεραν περίπου 3,2 δισ. δολάρια ετησίως, προτού ανασταλούν προσωρινά για έναν χρόνο, μετά τη συμφωνία ΗΠΑ-Κίνας.
Πρακτικά, εφόσον δεν υπάρξει νέα πολιτική συμφωνία στο προσεχές διάστημα, η επανενεργοποίηση των τελών αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση ναύλων και μεταφορικού κόστους, με κίνδυνο νέας αναταραχής στη διεθνή ναυτιλία.
(από την εφημερίδα «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»)