Εχει πολύ ενδιαφέρον η χθεσινή υπενθύμιση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην άτυπη σύνοδο κορυφής του προβλήματος για την έλλειψη πραγματικής ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Πρώτα απ’ όλα γιατί το πρόβλημα των τιμολογίων του ρεύματος δεν λύθηκε. Ξεχνάμε όλοι, και κυρίως η Κομισιόν, ότι οι τιμές του ηλεκτρικού απέχουν πολύ από τα προ ενεργειακής κρίσης επίπεδα. Ουδέποτε επέστρεψαν στα επίπεδα του 2020 και μπορεί στα νοικοκυριά να μη φαίνεται τόσο σημαντικό το πρόβλημα όσο πριν από ένα-δύο χρόνια, οι επιχειρήσεις όμως, ειδικά οι πιο ενεργοβόρες, δυσκολεύονται.
Στην δε Ε.Ε., «θολωμένοι» από τη νέα τάξη πραγμάτων που έχει φέρει ο Ντόναλντ Τραμπ, αδυνατούν να δουν και κυρίως να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Είναι ωστόσο το σημαντικότερο όταν μιλάμε για ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ειδικά τώρα, που ο παγκόσμιος ανταγωνισμός έχει φουντώσει και τέτοιες «ανορθογραφίες» σε ό,τι αφορά το κόστος παραγωγής τις πληρώνεις πανάκριβα στις αγορές. Πριν από λίγες ημέρες, το κεντρικό άρθρο του Bloomberg ήταν αφιερωμένο στο ευρωπαϊκό πρόβλημα ενέργειας και ειδικά της έλλειψης επαρκών διασυνοριακών διασυνδέσεων. Η Βόρεια Σουηδία, για παράδειγμα, έχει άφθονη υδροηλεκτρική και πυρηνική ενέργεια, αλλά δεν διαθέτει τις επαρκείς διασυνδέσεις που να επιτρέπουν αυτή η φθηνή ενέργεια να ρέει προς τον Νότο, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι της νότιας Σουηδίας να βρίσκονται εκτεθειμένοι στις υψηλές τιμές της Γερμανίας. Εντός της ίδιας χώρας, η έλλειψη ενοποίησης του συστήματος οδηγεί σε διαφορετικές τιμές. Ούτε λόγος για την άφθονη ενέργεια που παράγουν τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά πάρκα χωρών όπως η Ισπανία –κάποιες μέρες και η Ελλάδα– η οποία, αν και περισσευούμενη, «πετιέται», δηλαδή δεν καταναλώνεται επειδή οι διασυνδέσεις είναι περιορισμένες.
Ολο αυτό το ευρωπαϊκό ενεργειακό παράδοξο υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα και την ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου. Ενδεχομένως δημιουργεί την ίδια ανάγκη για παρεμβάσεις, για νέες επενδύσεις, με αυτήν που οδήγησε στα μαζικά κονδύλια για την αμυντική θωράκιση της Ε.Ε.
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα πρωτοφανές κόστος αδράνειας. Δαπανώνται τεράστια ποσά για επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά δεν μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε, διατηρώντας σε σημαντικό βαθμό την εξάρτηση της Ε.Ε. από εισαγωγές ενέργειας, από τη Ρωσία και τελευταία από τις ΗΠΑ. Και αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορούμε να σπάσουμε το ταμπού της μικρότερης εθνικής κυριαρχίας επί του ενεργειακού μείγματος που θέλει κάθε κράτος-μέλος να διατηρεί. Την ίδια στιγμή, οι υποδομές δεν έχουν αναβαθμιστεί αρκετά γρήγορα, η Ε.Ε. δεν συμμετέχει παρά ελάχιστα στη χρηματοδότηση, ενώ λόγω γραφειοκρατίας οι άδειες για νέες γραμμές χρειάζονται χρόνια για να φτιαχτούν. Με λίγα λόγια, συνεχίζουμε να βαδίζουμε χωρίς σχέδιο.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)