Η πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος» (BRI) παραμένει το ισχυρότερο εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής του Σι Τζινπίνγκ. Το 2025, οι επενδύσεις εκτινάχθηκαν στα 213,5 δισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 75% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, καθώς το Πεκίνο εκμεταλλεύθηκε την κλονιζόμενη επιρροή των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, επενδύοντας σε αναπτυξιακά έργα.
Οι νέες επενδύσεις και οι συμφωνίες είχαν να κάνουν κυρίως με mega-projects στον τομέα του φυσικού αερίου και της πράσινης ενέργειας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις επενδύσεις στο Κονγκό, στη Νιγηρία και στην Ινδονησία. Το Πεκίνο υπέγραψε πέρυσι 350 συμφωνίες, από 293 το 2024, με τα στοιχεία του περασμένου έτους να ανεβάζουν τη συνολική σωρευτική αξία των συμβάσεων και των επενδύσεων της BRI από την έναρξή της το 2012 σε 1,4 τρισ. δολάρια. Ο Κρεγκ Σίνγκλετον, διευθυντής του προγράμματος για την Κίνα στο Ιδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών, ένα think tank με έδρα την Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι ένα «αναδυόμενο μοτίβο» είναι η ενίσχυση της συνεργασίας της Κίνας με χώρες που οι πόροι τους μπορούν να τη βοηθήσουν να αποκλείσει τις ΗΠΑ από την αλυσίδα εφοδιασμού της. «Η υπερπόντια εμπλοκή της Κίνας επικεντρώνεται όλο και περισσότερο σε στρατηγικούς τομείς που υποστηρίζουν την αυτοδυναμία, την ανθεκτικότητα της αλυσίδας εφοδιασμού και την τεχνολογική ολοκλήρωση», τόνισε. Καθώς οι δασμοί του Τραμπ και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού περιόριζαν την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, οι κινεζικές εταιρείες αναζήτησαν διέξοδο σε 150 χώρες-εταίρους της πρωτοβουλίας BRI. Πέρα από την ενέργεια, το Πεκίνο επένδυσε σε επίπεδα ρεκόρ στους τομείς των μετάλλων και της εξόρυξης, εξασφαλίζοντας πόρους όπως ο χαλκός, ο οποίος είναι απαραίτητος για τη ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων.
Οι κινεζικές χρηματοδοτήσεις αφορούσαν τους τομείς των μετάλλων και της εξόρυξης, του φυσικού αερίου και της πράσινης ενέργειας.
Στο εσωτερικό μέτωπο την ίδια στιγμή η εικόνα ήταν πολύ πιο σκοτεινή. Παρόλο που η κινεζική οικονομία πέτυχε τον επίσημο στόχο ανάπτυξης του 5% για το 2025, αυτή η επίδοση στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην έκρηξη των εξαγωγών, οι οποίες παρήγαγαν ένα πλεόνασμα-ρεκόρ 1,19 τρισ. δολαρίων. Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν πως αυτή η εξάρτηση από το εξωτερικό εμπόριο είναι επισφαλής, καθώς η πραγματική εγχώρια οικονομία εισέρχεται σε έναν «κρύο χειμώνα».
Η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, που κάποτε αποτελούσε το ένα τέταρτο του κινεζικού ΑΕΠ, επιδεινώθηκε δραματικά. Οι τιμές των κατοικιών μειώθηκαν επισήμως κατά 20% από το 2021, ενώ ανεπίσημες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Αυτή η εξέλιξη εξάλειψε τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων νοικοκυριών, οδηγώντας σε δραστική μείωση των καταναλωτικών δαπανών. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι λιανικές πωλήσεις σημείωσαν πτώση, υπογραμμίζοντας την αποτυχία των προσπαθειών του Πεκίνου να τονώσει την εσωτερική ζήτηση. Προκειμένου να προστατευθεί από την εξωτερική πίεση, η Κίνα επικεντρώθηκε στην τεχνολογική ολοκλήρωση και στην ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η υπερπόντια εμπλοκή της πλέον δεν αφορά μόνο τις υποδομές, αλλά και τη δημιουργία ενός κλειστού συστήματος που θα μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη δυτική επιρροή. Η κλίμακα της πρωτοβουλίας «Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος» προκαλεί έντονες διεθνείς ανησυχίες. Η υπηρεσία έρευνας του Κογκρέσου των ΗΠΑ προειδοποιεί για μη βιώσιμα χρέη των αναπτυσσόμενων χωρών προς το Πεκίνο, αδιαφανείς όρους δανεισμού και κινδύνους για την ασφάλεια λόγω της στρατηγικής φύσης των υποδομών.
Η Κίνα βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Εάν δεν καταφέρει να ανακατευθύνει τους πόρους της προς τους καταναλωτές, η μελλοντική της ανάπτυξη κινδυνεύει να επιβραδυνθεί απότομα. Η επιτυχία του 2025, αν και εντυπωσιακή σε αριθμούς εξαγωγών και εξωτερικών επενδύσεων, κρύβει δομικές αδυναμίες που απειλούν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Ορισμένοι δυτικοί οικονομολόγοι λένε τώρα ότι η πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας μπορεί να είναι η μισή από αυτή που δείχνουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Η Rhodium Group εκτιμά πως η οικονομία της χώρας αναπτύχθηκε κατά 2,5 έως 3% πέρυσι και θα επιβραδυνθεί περαιτέρω φέτος. Πίσω από την κρίση της αγοράς ακινήτων βρίσκεται η τεράστια προσφορά νεόδμητων κατοικιών σε συνδυασμό με τη μείωση του αριθμού των γάμων και των γεννήσεων κάθε χρόνο, γεγονός που έχει επιβραδύνει την αγορά νέων κατοικιών.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)