Οχι, όμως, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς ο απρόβλεπτος πρόεδρος των ΗΠΑ αλλάζει την κατεύθυνση της αμερικανικής οικονομίας, υιοθετεί μια πολύ πιο παρεμβατική στάση, μετατρέπει την Ουάσιγκτον σε παίκτη της αγοράς και τα πράγματα κινούνται και με το δικό του χέρι. Κάποιοι θεωρούν πως οδηγεί την αμερικανική οικονομία σε αχαρτογράφητα νερά.
Στον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας Τραμπ, οι ΗΠΑ αγόρασαν έναντι 8,9 δισ. δολ. το 10% της Intel για να αυξήσουν την αμερικανική παραγωγή μικροεπεξεργαστών, επένδυσαν σε πολλές βιομηχανίες μετάλλων και πρώτων υλών όπως στις MP Materials, Lithium Americas και Trilogy Metals, προκειμένου να διασφαλίσουν επάρκεια σπάνιων γαιών, λιθίου και άλλων στρατηγικής σημασίας μετάλλων αναγκαίων στη σύγχρονη τεχνολογία, και τοποθέτησαν κρατικό χρήμα στην εταιρεία πυρηνικής ενέργειας Westinghouse για να καλύψουν, μεταξύ άλλων, τις ανάγκες των ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων. Αγόρασαν επίσης τη «χρυσή μετοχή» στη US Steel ως αντάλλαγμα επειδή ενέκρινε την εξαγορά της εταιρείας από την ιαπωνική Nippon Steel. Κατοχυρώνεται, έτσι, το δικαίωμα της Ουάσιγκτον να προβάλλει βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις όπως τη μεταφορά θέσεων εργασίας εκτός ΗΠΑ και τη διακοπή λειτουργίας μονάδων.
Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ του BusinessInsider, αυτή η προσέγγιση δεν φαίνεται παράλογη σε άλλες χώρες. Η κινεζική εκδοχή του καπιταλισμού βασίζεται κατά κύριο λόγο στις παρεμβάσεις του κράτους, ενώ πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας, επενδύουν στις εγχώριες εταιρείες. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει αναγκαστεί να παρέμβει στη βιομηχανία, αλλά συνήθως σε περιόδους κρίσης, όπως, για παράδειγμα, κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οπότε ανέλαβε μερίδια σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας αλλά και σε αυτοκινητοβιομηχανίες προκειμένου να αποτρέψει μια γενικευμένη οικονομική κατάρρευση. Τώρα όμως δεν υφίσταται ανάγκη, αλλά η κυβέρνηση Τραμπ επιλέγει εταιρείες κάπως στην τύχη. Διότι κατανοεί κανείς για ποιο λόγο ενδιαφέρεται για τους συγκεκριμένους τομείς, αλλά όχι και για τα κριτήρια με τα οποία επιλέγει τις εταιρείες, ούτε και τον ρόλο που θα παίξει η κυβέρνηση με αυτές τις επενδύσεις.
Εν ολίγοις αναδύεται ένα νέο όραμα του αμερικανικού καπιταλισμού, ένας κρατικός καπιταλισμός με τον Λευκό Οίκο να ορίζει την κατάσταση είτε διοχετεύοντας κεφάλαια σε μια εταιρεία διακυβεύοντας συγχωνεύσεις είτε να επιβάλλει αμφισβητούμενης νομιμότητας δασμούς. Πολλοί εκφράζουν φόβους για τους κινδύνους που απορρέουν από τις επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ, για το ενδεχόμενο αποφάσεων που θα βασίζονται σε μεροληπτικές κρίσεις, για την ανάδυση ενός καπιταλισμού της διαφθοράς και για πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά. Οταν δει κανείς τη μεγάλη εικόνα, οι ελιγμοί αυτοί ίσως είναι ελάσσονος σημασίας από οικονομικής άποψης, αλλά είναι μείζονος σημασίας από διαρθρωτικής άποψης.
Ολα αυτά δεν προέκυψαν εκ του μηδενός. Εδώ και μια δεκαετία στις ΗΠΑ έχει αλλάξει η επικρατούσα αντίληψη και γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτός ένας πιο ενεργός ρόλος της κυβέρνησης στην οικονομία. Στην πρώτη του θητεία ο Τραμπ επέβαλε σειρά πολιτικών προστατευτισμού όπως τους δασμούς στον χάλυβα και στο αλουμίνιο, τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξε στην Κίνα και την επαναδιαπραγμάτευση της NAFTA με τον Καναδά και το Μεξικό. Και ο Τζο Μπάιντεν διατήρησε σε ισχύ πολλούς από τους δασμούς του Τραμπ, ενώ προχώρησε στην ίδια κατεύθυνση του κρατικού παρεμβατισμού με το νομοσχέδιο για τους μικροεπεξεργαστές, που στοχεύει στη στήριξη της αμερικανικής βιομηχανίας μικροεπεξεργαστών, καθώς και με το νομοσχέδιο IRA, που μεταξύ άλλων πρόσφερε φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις σε τομείς όπως τα ηλεκτροκίνητα οχήματα και η ηλιακή ενέργεια.
Καλώς ή κακώς η κυβέρνηση Τραμπ εισήγαγε νέα κατηγορία εργαλείων στην εργαλειοθήκη τής κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας. Σε γενικές γραμμές μπορεί κανείς να δει ότι οι εταιρείες στις οποίες επενδύει η κυβέρνηση Τραμπ ανήκουν σε σημαντικούς τομείς στους οποίους έχουν μείνει πίσω οι ΗΠΑ και ταιριάζουν καλά με τη συνολική θεωρία του προέδρου για την οικονομία: είναι καλύτερα να παράγουμε εδώ και να έχουμε εδώ.
Η κυβέρνηση Τραμπ θέλει να διασφαλίσει πως η αμερικανική οικονομία δεν θα εξαρτάται από εταιρείες της Ταϊβάν για τους μικροεπεξεργαστές που χρειάζεται. Το ίδιο ισχύει για τις εταιρείες και τα ορυχεία που παράγουν και επεξεργάζονται μέταλλα στρατηγικής σημασίας απαραίτητα για τον σύγχρονο τρόπο ζωής, καθώς χρειάζονται για τα πάντα, από τα έξυπνα κινητά μέχρι την αμυντική τεχνολογία.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)