Ένωσης και στη μοίρα της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Η πραγματική σημασία της στιγμής, ωστόσο, δεν έγκειται στην ίδια τη θέση, ούτε καν στη σημαντική, αλλά προσωρινή, αύξηση της ρεαλιστικής πολιτικής ισχύος της Λευκωσίας. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η Κύπρος αναλαμβάνει την προεδρία, καθώς αυτό συνέβη και το δεύτερο εξάμηνο του 2012.
Εκείνο που κάνει αυτή τη φορά διαφορετική είναι ότι πρώτον η κυπριακή ηγεσία έχει παρουσιάσει μια ιδιαίτερα φιλόδοξη ατζέντα, σχεδιασμένη να παράγει διαρκή οφέλη τόσο για την ΕΕ όσο και για τους μεσογειακούς της γείτονες. Δεύτερον , οι περιφερειακές συνθήκες απαιτούν ακριβώς το είδος της εμπλοκής που οραματίζεται η Λευκωσία και τρίτον η Κύπρος σήμερα είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένη για να προωθήσει τους πολιτικούς και διπλωματικούς της στόχους απ’ ό,τι το 2012, όχι μόνο επειδή η οικονομία και τα δημόσια οικονομικά της βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση, αλλά και επειδή βρίσκεται πλέον στο κατώφλι της ανάδειξής της σε παραγωγό και εξαγωγέα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αν αυτή η εξέλιξη τύχει σωστής διαχείρισης, αναμένεται να τροφοδοτήσει την ανάπτυξη για δεκαετίες, επιτρέποντας ιστορικές επενδύσεις στην εκπαίδευση, την υγεία, τις μεταφορές και άλλους μοχλούς μεγαλύτερης οικονομικής ανταγωνιστικότητας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, καθώς και μεγαλύτερη δυνατότητα επιρροής και σταθεροποίησης της ευρύτερης περιοχής.
Τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη. Η γεωγραφία και η ιστορία έχουν τοποθετήσει την Κύπρο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πάνω σε αυτό που αποτελεί τόσο τη μακροβιότερη θαλάσσια εμπορική διαδρομή του πλανήτη μας όσο και το διασημότερο σταυροδρόμι διαφορετικών γλωσσών, πολιτισμών, θρησκειών και εθνοτήτων.
Ο χαλκός του νησιού και άλλοι πόροι είχαν πάντοτε τη δική τους ελκυστικότητα, με την αξία τους να αυξομειώνεται ανάλογα με την εποχή, όμως ήταν η τοποθεσία του, και συγκεκριμένα η εγγύτητά του στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη, που κατέστησε την Κύπρο στρατηγικό έπαθλο επί χιλιετίες, και αυτή η ίδια τοποθεσία της προσδίδει σήμερα τεράστιες δυνατότητες.
Η εμπειρία αποτελεί έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα. Οι Κύπριοι έχουν ζήσει υπό κάποια μορφή ξένης κυριαρχίας σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της καταγεγραμμένης ιστορίας τους. Ακόμη και σήμερα, περίπου το ένα τρίτο του νησιού τελεί υπό Τουρκική κατοχή από το 1974, ενώ μόλις το 2012-2013, η χειρότερη οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση στην ιστορία της Κύπρου προκλήθηκε από την υπερβολική έκθεση στο Ελληνικό χρέος. Με την πάροδο του χρόνου, ο κυπριακός λαός και οι ηγέτες του διαμόρφωσαν μια σειρά από μηχανισμούς και πρακτικές που έχουν στόχο να προλαμβάνουν, να περιορίζουν, να διαχειρίζονται ή να μετριάζουν τις επιπτώσεις νέων προβλημάτων που προέρχονται από το εξωτερικό.
Για δεκαετίες, ο πυρήνας αυτής της εργαλειοθήκης υπήρξε μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει φιλικές σχέσεις με όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, ιδίως με τις γειτονικές. Και αυτή η προσέγγιση έχει αποδώσει. Τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, για παράδειγμα, η Λευκωσία κατάφερε να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με κυβερνήσεις και στις δύο πλευρές του διχασμού Ανατολής και Δύσης, ενώ η αναζήτηση ουδετερότητας υπήρξε εξίσου επίμονη στο μέτωπο του Αραβοϊσραηλινού. Με το να καταλαμβάνει συστηματικά τη μεσαία θέση, η Κύπρος όχι μόνο θωρακίστηκε απέναντι στα περισσότερα εξωτερικά προβλήματα, αλλά και ενίσχυσε σταθερά την αξιοπιστία της ως χρήσιμου παράγοντα στη διεθνή σκηνή.
Όλα αυτά βοήθησαν, αλλά δεν ήταν αρκετά. Όσο κι αν η Κύπρος προσπαθούσε να μετατρέψει την ουδετερότητά της σε απτά οφέλη στο εσωτερικό και το εξωτερικό, η οικονομία της παρέμενε εύθραυστη και ασταθής, αποσπώντας την προσοχή και υπονομεύοντας την ελευθερία κινήσεων των διαδοχικών κυβερνήσεων. Μετά τη διάσωση των τραπεζών της με κεφάλαια από τα προγράμματα στήριξης της ΕΕ το 2012-2013, άρχισε να ενισχύεται η στήριξη σε μεταρρυθμίσεις που θα απέτρεπαν μελλοντικές καταρρεύσεις, θα αποκαθιστούσαν τη σταθερότητα του κλάδου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και θα αναδόμησαν τη δυνατότητά του να χρηματοδοτεί τόσο ιδιωτικές όσο και δημόσιες δραστηριότητες.
Όταν ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης ανέλαβε τα καθήκοντά του στις αρχές του 2023, Κύπριοι όλων των πολιτικών αποχρώσεων είχαν κουραστεί από το «business as usual». Επειδή είχε κατέβει ως ανεξάρτητος και είχε προσελκύσει στήριξη από ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας, διέθετε ισχυρή εντολή για βαθιές αλλαγές, οι οποίες περιλάμβαναν αύξηση του κατώτατου μισθού, μειώσεις φόρου εισοδήματος για τους εργαζόμενους, πιο αποτελεσματική χρηματοπιστωτική εποπτεία και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ψηφιακού μετασχηματισμού. Η κυβέρνησή του ακολούθησε επίσης αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, μειώνοντας δραστικά το δημόσιο χρέος, από 115% του ΑΕΠ το 2020 σε εκτιμώμενο 65% το 2025, και καθιστώντας έτσι διαθέσιμη περισσότερη πίστωση για τον ιδιωτικό τομέα. Ως αποτέλεσμα, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Κύπρου αναβαθμίστηκε από και τους τρεις μεγάλους οίκους αξιολόγησης το 2024, ενώ κατά τη στιγμή συγγραφής του παρόντος οι δύο εξ αυτών χαρακτηρίζουν τις προοπτικές της θετικές και ο τρίτος σταθερές.
Παράλληλα, το υπόβαθρο του Χριστοδουλίδη ως επαγγελματία διπλωμάτη του επέτρεψε να επικεντρωθεί στενά και αποτελεσματικά στην εξωτερική πολιτική, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητά της να θωρακίσει το νησί απέναντι σε εξωγενείς κραδασμούς, να ενισχύσει τη σταθερότητα που απαιτείται για την επίτευξη των εγχώριων κοινωνικών και οικονομικών στόχων και να συμβάλει στην αποκατάσταση της περιφερειακής σταθερότητας μετά τον πόλεμο στη Γάζα. Δεν αποτελεί έκπληξη, επομένως, ότι η κυβέρνησή του βρέθηκε στο επίκεντρο των διεθνών προσπαθειών για τη στήριξη των Παλαιστίνιων προσφύγων που επλήγησαν από τη σύγκρουση, καθιστώντας την Κύπρο κόμβο για τη διοχέτευση ζωτικής ανθρωπιστικής βοήθειας.
Νωρίτερα φέτος, ο Χριστοδουλίδης συνεργάστηκε επίσης με τον Λιβανέζο ομόλογό του, Πρόεδρο Ζοζέφ Αούν, ώστε οι αντίστοιχες διαπραγματευτικές ομάδες να ολοκληρώσουν επιτέλους μια πολυαναμενόμενη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών. Η συμφωνία αυτή ορίζει με σαφήνεια ποιος κατέχει τι στον βυθό, καθιστώντας τους υπεράκτιους τομείς υδρογονανθράκων και των δύο χωρών πιο ελκυστικούς, ιδίως για τις μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου των οποίων οι δυνατότητες είναι απαραίτητες για την έρευνα, την ανάπτυξη και την εξόρυξη των συγκεκριμένων πόρων. Η Λευκωσία και η Βηρυτός εξετάζουν και άλλες συμφωνίες, μεταξύ των οποίων εκείνες που θα επεκτείνουν τη συνεργασία στην ηλεκτρική ενέργεια και σε άλλους τομείς, ωστόσο η συμφωνία οριοθέτησης ήταν κρίσιμη λόγω των αμφιβολιών που εξάλειψε και των δυνατοτήτων που άνοιξε.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες κατευθύνουν ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο προς αυτό που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως η «κυπριακή στιγμή» της, η ημέρα κατά την οποία αυτή η ελάχιστου μεγέθους χώρα αναδεικνύεται πλήρως ως παράδειγμα αποτελεσματικής διακυβέρνησης στο εσωτερικό και φωνή ειρήνης και ευημερίας στο εξωτερικό. Κατά ορισμένα μέτρα, αυτή η στιγμή έχει ήδη φτάσει, ωστόσο οι πρώτες εξαγωγές κυπριακού φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή ηπειρωτική χώρα θα άρουν κάθε αμφιβολία και αυτές προγραμματίζονται επί του παρόντος για τα τέλη του 2027.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτό το χρονοδιάγραμμα θα είναι δύσκολο να τηρηθεί, όμως τα θετικά αποτελέσματα είναι ήδη αισθητά και οι ιστορικοί που θα κοιτάξουν πίσω θα θεωρήσουν δικαίως την ακριβή ημερομηνία εκκίνησης μια υποσημείωση. Η οικονομία ανταποκρίθηκε καλά στη θεραπεία, η ανάπτυξη αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3% τα επόμενα δύο χρόνια και η διαφοροποίηση έχει ήδη ξεκινήσει, με την ανάπτυξη ποικίλων τεχνολογικών δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στη μείωση της παραδοσιακής εξάρτησης του νησιού από τον τουρισμό και τις κατασκευές.
Το σημαντικότερο είναι ότι το ενδιαφέρον που προκάλεσαν οι υδρογονάνθρακες προσέλκυσε την προσοχή διεθνών επενδυτών, οι οποίοι εκτιμούν όσα βλέπουν. Εκτός από την προνομιακή της θέση και το ολοένα πιο εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό της, η Κύπρος προσφέρει επίσης ένα από τα πιο ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα στην ΕΕ, ισχυρή προστασία επενδύσεων και ένα νομικό σύστημα κοινού δικαίου, βασισμένο στο βρετανικό πρότυπο, γεγονός που το καθιστά πιο οικείο και ευκολότερο στη χρήση για πολλούς ξένους. Το αποτέλεσμα; Τα τελευταία χρόνια, εκατοντάδες εταιρείες έχουν μετεγκατασταθεί στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων περίπου 270 μόνο το 2024, προσθέτοντας τουλάχιστον 10.000 νέες θέσεις εργασίας στην οικονομία του νησιού.
Όταν η παραγωγή φυσικού αερίου αρχίσει να προσδίδει πρόσθετη ώθηση στην οικονομία, θα ανοίξουν ακόμη περισσότερες ευκαιρίες. Η έναρξη της εγχώριας ενεργειακής παραγωγής θα ενισχύσει την απασχόληση τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, θα μειώσει την ανάγκη της χώρας για ακριβές εισαγωγές ενέργειας και θα ασκήσει καθοδική πίεση στις εγχώριες τιμές ενέργειας συνολικά, προσδίδοντας ένα κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ολόκληρη την οικονομία. Αν όλα εξελιχθούν σύμφωνα με το σχέδιο, αυτό θα είναι μόνο η αρχή, καθώς ενώ τα οφέλη σε εξοικονόμηση και ασφάλεια από την παραγωγή θα είναι σημαντικά, το πραγματικά επικερδές επόμενο βήμα θα είναι οι εξαγωγές, με τη Δυτική Ευρώπη, την πιο ενεργοβόρα αγορά του κόσμου, να βρίσκεται ακριβώς δίπλα.
Ευνοϊκά, ένα από τα πρώτα εμπορικά εκμεταλλεύσιμα υποθαλάσσια κοιτάσματα φυσικού αερίου του νησιού αναμένεται να είναι ο Κρόνος, το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από υφιστάμενες αιγυπτιακές υποδομές, γεγονός που σημαίνει ότι η παραγωγή του μπορεί εύκολα να διοχετευθεί στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας της Νταμιέττας και στη συνέχεια να παραδοθεί σε Ευρωπαίους πελάτες μέσω πλοίων LNG. Το σχέδιο της Λευκωσίας προβλέπει την έναρξη αυτής της ροής το 2027, όμως και πάλι πρόκειται μόνο για την αρχή. Η Κύπρος αναμένει επίσης ότι το γειτονικό κοίτασμα Αφροδίτη θα αποτελέσει σημαντική πηγή εσόδων και το σχέδιο εκεί προβλέπει την εγκατάσταση πλωτής μονάδας παραγωγής, αποθήκευσης και εκφόρτωσης απευθείας πάνω από το κοίτασμα. Αυτό θα επέτρεπε τόσο την αποστολή ξηρού φυσικού αερίου για χρήση στην Αίγυπτο όσο και την περαιτέρω παραγωγή LNG για εξαγωγή σε πιο απομακρυσμένες αγορές.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, εξετάζονται και άλλα σενάρια, μεταξύ των οποίων υποθαλάσσιοι αγωγοί προς την Ελλάδα, την Ιταλία και ίσως μια ημέρα ακόμη και προς την Τουρκία, καθώς και η πιθανή κατασκευή πλήρους μονάδας υγροποίησης στην ξηρά, που θα αποτελούσε μακράν το μεγαλύτερο έργο υποδομής στην ιστορία της Κύπρου. Οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται και σχεδιάζονται σήμερα αναμένεται να μεταβάλουν θεμελιωδώς την πορεία της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας. Επιπλέον, όταν και εφόσον έρθει η ώρα, οι ίδιες υποδομές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για να βοηθήσουν γειτονικές χώρες όπως ο Λίβανος και η Συρία, των οποίων οι ακτές απέχουν λιγότερο από 100 ναυτικά μίλια, να διοχετεύσουν το δικό τους φυσικό αέριο στην αγορά. Αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστικό για να αρχίσουν και οι δύο αυτές χώρες να ανακάμπτουν και να ανοικοδομούνται μετά από δεκαετίες στασιμότητας, και όπως και για την ίδια την Κύπρο, η ΕΕ στο σύνολό της έχει άμεσο συμφέρον να δει την ειρήνη και την ευημερία να εξαπλώνονται σε ολόκληρο τον Λεβάντε.
Αυτοί και άλλοι παράγοντες προσδίδουν στη στρατηγική της Κύπρου σημασία που υπερβαίνει το καθαρά εθνικό επίπεδο. Οι εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη θα συμβάλουν επίσης στην ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της ΕΕ, μειώνοντας περαιτέρω τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες και ενδυναμώνοντας τη θέση της Ευρώπης σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις για την κατάσταση στην Ουκρανία. Μια μονάδα LNG θα καθιστούσε επίσης προσιτές βασικές ενεργειακές προμήθειες σε αρκετές αφρικανικές χώρες, επιτρέποντάς τους να ακολουθήσουν στρατηγικές ηλεκτροδότησης απαραίτητες για τον εκσυγχρονισμό των οικονομιών τους. Και πάλι, η Ευρώπη έχει αναρίθμητους λόγους να επιθυμεί μια πιο σταθερή και ευημερούσα Αφρική στο άμεσο περιβάλλον της, ξεκινώντας από το γεγονός ότι αυτό θα μείωνε αυτομάτως τις ροές παράτυπων μεταναστών που διασχίζουν τη Μεσόγειο.
Η κυπριακή προσέγγιση δεν είναι τίποτε λιγότερο από εμπνευσμένη, ιδίως καθώς αντλεί από τις ίδιες δεξαμενές καλής θέλησης, χρηστής διακυβέρνησης και κοινής λογικής που ενέπνευσαν τη Διακήρυξη της Βαρκελώνης πριν από περισσότερα από 30 χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση που οραματίστηκε η Βαρκελώνη, ένα ισχυρό και συνεκτικό μπλοκ στενά συνδεδεμένο με δυναμικές γειτονικές περιοχές στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, καθυστέρησε για καιρό λόγω της κατάρρευσης μιας τότε ελπιδοφόρας ειρηνευτικής διαδικασίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, και ορισμένες χώρες έχουν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει αυτό το όραμα.
Προφανώς, η Κύπρος δεν συγκαταλέγεται σε αυτές. Αντίθετα, έχει ποντάρει στη συνεργασία, υφαίνοντας τη χρηστή διακυβέρνηση και τη συνετή διπλωματία σε ένα τολμηρό και αισιόδοξο εγχείρημα.
Η Κύπρος δεν είναι πλέον απλώς ένα ηλιόλουστο μικρό νησί γεμάτο γοητευτικές εξοχικές κατοικίες και περιτριγυρισμένο από τις καθαρότερες παραλίες της Μεσογείου. Μετατρέπεται επίσης σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο, σε μαγνήτη διεθνών επενδύσεων, σε γέφυρα που βοηθά τους μη ενταγμένους στην ΕΕ γείτονές της να αποκτήσουν πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές και σε καταλύτη για τον διάλογο και τη συνεργασία της ΕΕ με την Αφρική και την Ασία. Με λίγα λόγια, η χώρα έχει αναδιαμορφωθεί στο απόλυτο «έργο κοινού ενδιαφέροντος», ένα εγχείρημα που εξυπηρετεί τόσους πολλούς και χρήσιμους σκοπούς, εντός και εκτός της Ένωσης, ώστε να απαιτεί δικαίως τη στήριξη των Βρυξελλών.
Η αντίθεση μεταξύ του πριν και του μετά γίνεται ολοένα και πιο εντυπωσιακή. Από ένα εύθραυστο νεοσύστατο κράτος εξαρτημένο από ενισχύσεις των Βρυξελλών, η σημερινή Κύπρος έχει μεταμορφωθεί στο ίδιο το πρότυπο της ευρωμεσογειακής χώρας που οραματίστηκε η διαδικασία της Βαρκελώνης, μια γη ελπίδας, ειρήνης και καθολικής χρησιμότητας, της οποίας η επιτυχία υπόσχεται ακόμη περισσότερες ευκαιρίες για τους φίλους και τους γείτονές της.
* CEO Energy and Environment Holding, Αναλυτής Ενεργειακών θεμάτων