Επιστροφή στη Διπλωματία;

Επιστροφή στη Διπλωματία;
Του Κωνσταντίνου Φίλη*
Δευ, 29 Ιουνίου 2020 - 10:57

Τις προηγούμενες μέρες η Τουρκία φάνηκε να ρίχνει γέφυρες διαλόγου προς την Ελλάδα. Αντίστοιχη προσπάθεια είχε γίνει και προ περίπου δύο μηνών από Τσαβούσογλου και Ακάρ. Μάλιστα, σε κατ' ιδίαν συζητήσεις τους, αλλά πλέον και δημοσίως, τούρκοι διπλωμάτες μεταφέρουν την εικόνα ότι στην τελευταία συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν στο Λονδίνο ο τελευταίος πίεσε

για την επαναφορά των διερευνητικών συνομιλιών, όμως η Ελλάδα τις πάγωσε. Είναι αλήθεια ότι στην κατ' ιδίαν κουβέντα ο τούρκος πρόεδρος αναφέρθηκε στις διερευνητικές συνομιλίες, όμως αυτό που σκόπιμα υποβαθμίζεται είναι πως όταν ο γενικός γραμματέας του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών επισκέφθηκε την Αγκυρα του διαμηνύθηκε ότι οι συνομιλίες θα εκκινούσαν από άλλη βάση - δηλαδή εμπλουτισμένες με τις αναβαθμισμένες τουρκικές διεκδικήσεις.

Ο ισχυρισμός της Τουρκίας κυρίως προς τον διεθνή παράγοντα είναι ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν έχει στέρξει να διαπραγματευθεί μαζί της, αλλά αντιθέτως επιχειρεί επί ματαίω να την απομονώσει από τις διεργασίες της Ανατολικής Μεσογείου. Ετσι, η Αγκυρα υποχρεώθηκε να προβεί σε μονομερείς ενέργειες για να διασφαλίσει τα συμφέροντά της και ιδίως να αποφύγει την περιθωριοποίησή της. Τώρα ωστόσο η Τουρκία αναλαμβάνει πάλι την πρωτοβουλία να προσκαλέσει την Ελλάδα σε διάλογο προκειμένου να αποφευχθεί κάποιο επεισόδιο ή κρίση στις σχέσεις τους. Αυτή η προσέγγιση της γείτονος χρήζει προσοχής και ειδικής μεταχείρισης. Προφανώς, για την ώρα τουλάχιστον, δεν πηγάζει από ειλικρινή διάθεση συμβιβασμού αλλά είναι αποτέλεσμα ενός τακτικού ελιγμού αποφόρτισης από την αυξανόμενη πίεση (έστω και σε επίπεδο ρητορικής) έναντι της επιθετικότητάς της στην ευρύτερη περιοχή (στον απόηχο του συμβάντος με τη γαλλική φρεγάτα στα ανοιχτά της Λιβύης) αλλά και διατήρησης του νέου status quo, μετά την υπογραφή του τουρκολιβυκού συμφώνου.

Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία μοιάζει να αντιλαμβάνεται ότι οι μονομερείς ενέργειές της στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν ημερομηνία λήξης. Τόσο γιατί ερεθίζουν τα αντανακλαστικά άλλων δυνάμεων, φέρνοντάς τες εγγύτερα, όσο και επειδή έχει μάλλον εξαντλήσει τις επιλογές της. Πλέον, είτε θα χρησιμοποιήσει την απόλυτα εξαρτημένη από αυτήν κυβέρνηση της Τρίπολης για να προωθήσει τις θέσεις της (π.χ. αμφισβήτηση της Γαύδου), είτε θα κάνει άνοιγμα σε περιφερειακούς και διεθνείς δρώντες, τώρα που έχει ρόλο και λόγο στα λιβυκά δρώμενα. Προσπαθεί μέσω Ιταλίας να διασπάσει το μεσογειακό αλλά και ευρωπαϊκό μέτωπο, αναδεικνύοντας τη χρησιμότητά της αλλά και του Αλ Σάρατζ για την κατοχύρωση των συμφερόντων της Ρώμης στην περιοχή - προσφέροντας και συμμετοχή στο λιβυκό ενεργειακό πρόγραμμα. Εξίσου, προσφέρει μεγαλύτερη ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα στην Αίγυπτο απ' ό,τι η τελευταία μπορεί να εξασφαλίσει μέσω συμφωνίας με την Ελλάδα, όχι με την προσδοκία ότι θα εξευρεθεί κοινός τόπος με τον Αλ Σίσι (τους χωρίζει άβυσσος) αλλά για να ισχυροποιήσει τη θέση όσων στο εσωτερικό αντιδρούν σε ενδεχόμενη συμφωνία με την Αθήνα. Συνάμα, ακολουθώντας μια κυκλωτική πολιτική (από Λιβύη, Σουδάν και Αιθιοπία) εκφοβίζει το αιγυπτιακό καθεστώς για τις συνέπειες μιας παρέκκλισής του από θέσεις που εξυπηρετούν την Τουρκία.

Η επαναφορά της διπλωματίας εκ μέρους της Τουρκίας ως εργαλείου, που πλέον προκρίνει για να διευθετηθούν οι πολλές εκκρεμότητές της στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί βραχύβια. Και εφόσον η Ελλάδα δεν συνηγορήσει, αφού πρώτα μάς κατηγορήσει για αδιαλλαξία και απροθυμία διαπραγμάτευσης, εν συνεχεία θα περάσει στον επόμενο κύκλο ενεργειών, που ήδη προετοιμάζει.

*(Αναδημοσίευση από tanea.gr)

Διαβάστε ακόμα