Τα F-35, τα θωρηκτά και ο Τσώρτσιλ

Τα F-35, τα θωρηκτά και ο Τσώρτσιλ
energia.gr
Δευ, 2 Ιουλίου 2018 - 15:07

Οι πανηγυρικοί τόνοι που χρησιμοποιεί η Αγκυρα για την παραλαβή του πρώτου μαχητικού αεροσκάφους πέμπτης γενιάς F-35 αποτελούν μόνο το πρώτο επεισόδιο ενός διπλωματικού θρίλερ, το οποίο έχει τουλάχιστον ενάμιση χρόνο ώς την τελική κλιμάκωσή του. Τα πρώτα F-35 πέρασαν στην κυριότητα της Τουρκίας με μια θεαματική τελετή στο Τέξας, αλλά δεν προβλέπεται να προσγειωθούν στη βάση της Μαλάτειας στην ανατολική Τουρκία πριν από τον Νοέμβριο του 2019

Εκ πρώτης όψεως, καθώς η Τουρκία συμμετέχει ως συμπαραγωγός στο πρόγραμμα των F-35, η πιθανότητα ακύρωσης της παράδοσης των μαχητικών μοιάζει απόμακρη. Δεδομένου, όμως, του εξαιρετικά αρνητικού κλίματος που υπάρχει στο Κογκρέσο, αφενός λόγω των ολοκληρωτικών μεθόδων που διέρχεται ο Ερντογάν για να κυβερνήσει, αφετέρου, λόγω της συμφωνίας με τη Ρωσία για την προμήθεια αντιαεροπορικών πυραύλων S-400, οι πιθανότητες «ατυχήματος» στην πορεία προς τον Νοέμβριο του 2019 δεν πρέπει να αποκλείεται. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Η μάχη στο Αιγαίο

Υπάρχει ένα ιστορικό προηγούμενο ακύρωσης προμήθειας εξοπλισμών, που αφορούσε πάλι συστήματα τα οποία θα ανέτρεπαν πλήρως τις ισορροπίες στο Αιγαίο, στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1913, μετά τους καταστροφικούς για την Τουρκία Βαλκανικούς Πολέμους και, κυρίως, λόγω της απώλειας πρόσβασης στο Αιγαίο στο οποίο το ελληνικό Ναυτικό, με αιχμή του δόρατος το θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ» κυριαρχούσε σχεδόν ολοκληρωτικά, οι Οθωμανοί ξεκίνησαν μια εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων για να αγοράσουν έναν στόλο ικανό να τους «βγάλει» από τον περιορισμό των Δαρδανελλίων. Οι Οθωμανοί προχώρησαν στην αγορά δύο υπερσύγχρονων θωρηκτών (τύπου Dreadnought) από τους Βρετανούς, προκειμένου να εξισορροπήσουν την κατάσταση στο Αιγαίο, αλλά και στη Μαύρη Θάλασσα, όπου κυριαρχούσε ο ρωσικός στόλος.

Τα δύο πλοία, «Σουλτάνος Οσμάν Α΄» και «Ρεσαντιέχ», κατασκευάστηκαν σε βρετανικά ναυπηγεία. Μάλιστα, το «Σουλτάνος Οσμάν Α΄» έφερε περισσότερα βαρέα πυροβόλα από οποιοδήποτε άλλο θωρηκτό της κλάσης του εκείνη την εποχή. Παρά το γεγονός ότι οι Τούρκοι είχαν πληρώσει για την απόκτηση των δύο θωρηκτών, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, υπουργός Ναυτικών τότε (πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου μεταξύ 1911-1915) αποφάσισε να τα επιτάξει υπέρ του Βασιλικού Ναυτικού και, μάλιστα, να αποζημιώσει την Υψηλή Πύλη. Η κίνηση δεν ήταν δίχως αντιδράσεις ακόμη και στη Βρετανία. Ο Τσώρτσιλ επικαλέστηκε τα βρετανικά σχέδια εκτάκτου ανάγκης, ήδη καταγεγραμμένα από το 1912, βάσει των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο θα επιτρεπόταν να επιτάξει ξένα πλοία σε περίπτωση ξεσπάσματος πολέμου. Και, βεβαίως, το 1914, ο πόλεμος ήταν σε ορατή απόσταση και… πολύ περισσότερο, η Τουρκία ήταν ουδέτερη.

Ο Τσώρτσιλ (περιγράφεται από τον Φρόμκιν ως ο πλέον «τουρκόφιλος» της κυβέρνησης του Χέρμπερτ Ασκουιθ) σκεφτόταν ότι το μικρό προβάδισμα που είχε το Βασιλικό Ναυτικό έναντι του γερμανικού σε θωρηκτά τύπου Dreadnought (τα οποία τελικά έκριναν τον πόλεμο στη θάλασσα), δεν ήταν αρκετό. Ο Τσώρτσιλ ζήτησε από το επιτελείο του Ναυτικού στις 28 Ιουλίου 1914 να βρει τρόπους επίταξης των δύο τουρκικών πλοίων. Οι Τούρκοι μάλλον είχαν καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει, όπως φαίνεται από την προειδοποίηση που απηύθυνε το Φόρεϊν Οφις στον Τσώρτσιλ την επόμενη μέρα (29 Ιουλίου), ότι το «Σουλτάνος Οσμάν Α΄» είναι έτοιμο να αναχωρήσει από τα ναυπηγεία, παρότι οι εργασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί. Ο Τσώρτσιλ αντέδρασε άμεσα, διατάσσοντας τους ναυπηγούς να μην αφήσουν το πλοίο να φύγει, αλλά και στέλνοντας φρουρά πάνω στο θωρηκτό, προκειμένου να εμποδίσει τους Τούρκους ναύτες να επιβιβαστούν σε αυτό και να υψώσουν την οθωμανική σημαία. Στις 30 Ιουλίου, ο γενικός εισαγγελέας διαφώνησε με τη στάση του Τσώρτσιλ, αν και τελικά δέχθηκε ότι το συμφέρον της Κοινοπολιτείας είναι υπερκείμενο. Η στάση αυτή εγκρίθηκε και από το υπουργικό συμβούλιο. Τελικά, στις 3 Αυγούστου, η Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη, ειδοποιήθηκε ότι ο «Σουλτάνος Οσμάν Α΄» θα ενταχθεί στο Βασιλικό Ναυτικό, και η οθωμανική αυτοκρατορία θα αποζημιωθεί δεόντως, για τα χρήματα που είχε δαπανήσει για την κατασκευή και την αγορά των πολεμικών πλοίων.

Η εξαπάτηση

Η κρίση του Τσώρτσιλ σε εκείνη την κρίσιμη φάση του Ιουλίου του 1914 αποδείχθηκε σωστή. Στις 4 Αυγούστου 1914, ούτε 40 ημέρες μετά τη δολοφονία του Αρχιδούκα της Αυστρίας στο Σεράγεβο, η Βρετανία και η Γερμανία του Κάιζερ βρέθηκαν επισήμως σε εμπόλεμη κατάσταση. Δύο ημέρες νωρίτερα, η οθωμανική αυτοκρατορία και η γερμανική αυτοκρατορία υπέγραφαν σύμφωνο συμμαχίας μεταξύ τους. Η ιστορική έρευνα τόσο στα διπλωματικά αρχεία της Γερμανίας όσο και στα οθωμανικά, απέδειξε ότι την 1η Αυγούστου 1914, ο Ενβέρ και ο Ταλάτ, σε μια συνάντησή τους με τον Γερμανό πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη βαρώνο Φον Βάγκενχαϊμ, υποσχέθηκαν ότι θα εντάξουν τον «Σουλτάνο Οσμάν Α΄» στον γερμανικό στόλο. Προφανώς, οι Οθωμανοί υποσχέθηκαν κάτι το οποίο ήδη γνώριζαν ότι οι Βρετανοί έχουν επιτάξει, αλλά σε εκείνη τη φάση οι Γερμανοί το αγνοούσαν. Τελικά, τα «Σουλτάνος Οσμάν Α΄» και «Ρεσαντιέχ» αποτέλεσαν σημαντική προσθήκη στο Βασιλικό Ναυτικό και, δύο χρόνια αργότερα, διακρίθηκαν ως «HMS Agincourt» και «HMS Erin» στη ναυμαχία της Γιουτλάνδης.

Πηγές:
- Fromkin, David, A Peace to end all Peace, 1989
- Gough, Barry, Churchill and Fisher: The titans at the Admiralty who fought the First World War, 2017

(του Βασίλη Νέδου από την εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 02/07/2018)