Ηταν Λάθος η Ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ;

Ηταν Λάθος η Ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ;
του Γιώργου Παγουλάτου*
Δευ, 16 Απριλίου 2018 - 13:16
Με ωδίνες, αντιφάσεις, παλινωδίες, σιγά σιγά ωριμάζουμε. Αυτό δείχνουν ορισμένα ευρήματα της ΔιαΝΕΟσις («Τι πιστεύουν οι Ελληνες το 2018»): 66% (από 60% πέρυσι) θέλουν παραμονή στο ευρώ, 68% (από 53,5%) αξιολογούν θετικά τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε.

Με ωδίνες, αντιφάσεις, παλινωδίες, σιγά σιγά ωριμάζουμε. Αυτό δείχνουν ορισμένα ευρήματα της ΔιαΝΕΟσις («Τι πιστεύουν οι Ελληνες το 2018»): 66% (από 60% πέρυσι) θέλουν παραμονή στο ευρώ, 68% (από 53,5%) αξιολογούν θετικά τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε.

Ομως, ορισμένες αβάσιμες δοξασίες επιμένουν. Ενα 57% θεωρεί λάθος την ένταξη στο ευρώ. Ας σταθούμε σε αυτό. Ποια είναι τα βασικά επιχειρήματα;

Ενταχθήκαμε σε πολύ «ακριβή» ισοτιμία δραχμής - ευρώ, η οποία στέρησε ανταγωνιστικότητα; Ομως αυτή η ισοτιμία (μετά την υποτίμηση του 1998) κρίθηκε αναγκαία για να αποτραπεί ο πληθωρισμός, η μείωση της αγοραστικής δύναμης και η άνοδος του εξωτερικού χρέους, που θα ακολουθούσε μια πιο υποτιμημένη ισοτιμία εισόδου. Ο υψηλότερος (από τους εταίρους) πληθωρισμός μέσα στο ευρώ ήταν που υπέσκαψε την ανταγωνιστικότητά μας.

Χάσαμε το εργαλείο διόρθωσης που προσφέρει η συναλλαγματική υποτίμηση; Οι υποτιμήσεις δεν είναι βιώσιμο εργαλείο μακροπρόθεσμης βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, ήταν πάντοτε αγαπημένο παιδί των κερδοσκόπων, που, με τα κεφάλαια έξω, επωφελούνταν για να αγοράζουν φθηνά. Οι υποτιμήσεις μείωναν πάντα την αγοραστική δύναμη των μισθωτών και συνταξιούχων. Τα εισοδήματα ενισχύθηκαν και ο πληθωρισμός μειώθηκε δραστικά από το 1995 λόγω απώλειας νομισματικής αυτονομίας, όταν η νομισματική πολιτική προσδέθηκε στο γερμανικό μάρκο στην πορεία σύγκλισης στο ευρώ.

Χάσαμε τα αναπτυξιακά οφέλη της νομισματικής αυτονομίας; Οπως θυμίζει ο Ν. Χριστοδουλάκης («Ευρώ ή Δραχμή», Gutenberg, 2014), ιστορικά η ελληνική οικονομία προόδευε όποτε βρισκόταν σε σταθερό συναλλαγματικό καθεστώς. Την περίοδο Bretton Woods (σταθερή ισοτιμία δραχμής - δολαρίου, 1953-1972) η Ελλάδα ήταν από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες διεθνώς. Αντίθετα, η περίοδος νομισματικής αυτονομίας από το 1973 μέχρι το 1994 ήταν περίοδος παραγωγικής στασιμότητας και διψήφιου πληθωρισμού.

Μήπως η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη; Ποτέ δεν θα ήταν έτοιμη σύμφωνα με αυτή τη λογική. Ο σκληρός εξωτερικός περιορισμός του Μάαστριχτ και ο φόβος αποκλεισμού από την ΟΝΕ οδήγησαν την Ελλάδα να μετατρέψει ένα τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα σε πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 1994. Και μάλιστα χωρίς αυτό να αποβεί εις βάρος της ανάπτυξης, αφού (χάρη και στις κοινοτικές εισροές) η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς της Ευρωζώνης μέχρι το 2008. Αντιθέτως, το σταθερό νομισματικό περιβάλλον, η ανάπτυξη και το χαμηλό κόστος δανεισμού παρείχαν στη χώρα μας μοναδική ευκαιρία να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις (στο κράτος, φορολογική διοίκηση, ασφαλιστικό, αγορές, εκπαίδευση, Δικαιοσύνη…). Ευκαιρία, την οποία το πολιτικό σύστημα και οι οργανωμένες ομάδες της αδράνειας κλώτσησαν μακριά.

Δεν συνέβαλε όμως το ευρώ στον υπερδανεισμό της ελληνικής οικονομίας, στα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα, στην υπερχρέωσή μας στο εξωτερικό; Αυτή είναι η μόνη αιτίαση που έχει κάποια βάση. Πράγματι, μέσα στο ευρώ τα ετήσια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκαν, χρηματοδοτούμενα από μεγάλες εισροές κεφαλαίων, διογκώνοντας το εξωτερικό χρέος και τους μη εμπορεύσιμους κλάδους, εις βάρος των διεθνώς εμπορεύσιμων και των εξαγωγών.

Ομως η κύρια ευθύνη γι’ αυτό έγκειτο στην αποτυχία να αξιοποιήσουμε τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού για παραγωγικές επενδύσεις. Για παράδειγμα, οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης (R&D) παρέμειναν χαμηλές. Αντίθετα, οι επενδύσεις κατευθύνθηκαν στις οικοδομές και ο δανεισμός χρηματοδότησε μια έκρηξη εισαγωγών και κατανάλωσης, που έφτασε σε επίπεδα-ρεκόρ. Οι ευθύνες ήταν κυρίως δικές μας, όχι του ευρώ.

Και τα λάθη της Ευρωζώνης; Η Ευρωζώνη διέπραξε κρίσιμα λάθη πριν από την κρίση. Ανέχθηκε τη δημοσιονομική ανευθυνότητα της Ελλάδας, που θα έπρεπε να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα για να μειώνει το χρέος. Ανέχθηκε τη συσσώρευση εξωτερικών ανισορροπιών: μεγάλα εξωτερικά πλεονάσματα στον πυρήνα της Ευρωζώνης, μεγάλα ελλείμματα στην περιφέρεια. Αυτά τα εξωτερικά ελλείμματα, που χρηματοδοτούνταν με αθρόες εισροές κεφαλαίων, οδήγησαν τις οικονομίες της περιφέρειας στην υπερχρέωση, στην κρίση και στη βίαιη προσαρμογή. Δυστυχώς η Ευρωζώνη υποτίμησε τις εξωτερικές ανισορροπίες. Λάθος το οποίο μετά την κρίση προσπαθεί να διορθώσει.

Η μεγάλη εικόνα. Η συμμετοχή στο ευρώ μάς ενέταξε στον πυρήνα της Ε.Ε., με ανυπολόγιστα οφέλη για τη διεθνή επιρροή της χώρας. Θυμηθείτε πόσους λαμπρούς Ελληνες σε ηγετικές ευρωπαϊκές θέσεις μετρούσε η Ελλάδα (Παπαδήμο, Σκουρή, Διαμαντούρο). Θυμηθείτε επίσης το κύρος της χώρας στα Βαλκάνια και έναντι της Τουρκίας. Αυτά δεν θα είχαν καταστεί δυνατά εκτός ευρώ. (Σχεδόν) όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. έχουν επίσημο στόχο την ένταξη στο ευρώ. Εάν δεν είχαμε μπει στη σημερινή ΟΝΕ των «19», θα περιμέναμε τώρα στην ουρά μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Στο τέλος της ημέρας, το νόμισμα είναι μια υπεκφυγή από την πραγματική συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις βελτίωσης της παραγωγικότητας που χρειάζεται η οικονομία. Κανένα νόμισμα δεν μπορεί να διορθώσει μια χώρα που επέλεξε τη βολική επανάπαυση από την κοπιώδη οδό της ευθύνης για την επόμενη μέρα. Αυτό το πάθαμε και το μάθαμε.

 

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

 

(«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)


Διαβάστε ακόμα