Η αντιμετώπιση του κινδύνου της ταχείας διάβρωσης των ελληνικών ακτών τέθηκε στο επίκεντρο επιστημονικής ημερίδας στο ΤΕΕ, καθώς όπως εκτιμούν οι ειδικοί, η Ελλάδα, χώρα με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στην ΕΕ, πρόκειται να πληγεί σημαντικά τα προσεχή χρόνια από το φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να ενταθεί σημαντικά

Η αντιμετώπιση του κινδύνου της ταχείας διάβρωσης των ελληνικών ακτών τέθηκε στο επίκεντρο επιστημονικής ημερίδας στο ΤΕΕ, καθώς όπως εκτιμούν οι ειδικοί, η Ελλάδα, χώρα με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στην ΕΕ, πρόκειται να πληγεί σημαντικά τα προσεχή χρόνια από το φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να ενταθεί σημαντικά. Ανθρωπογενείς παρεμβάσεις, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, αλλά και φυσικά αίτια είναι οι βασικοί παράγοντες που έχουν θέσει εν΄ κινδύνω τις ελληνικές ακτές, όπως τονίστηκε από διακεκριμένους επιστήμονες κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.

Με δεδομένο ότι το 18% του ΑΕΠ προέρχεται από τον παράκτιο τουρισμό, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΤΕΕ Γιώργο Στασινό, «αν "χάσουμε" τις ακτές μας θα έχουμε ένα σημαντικό μειονέκτημα έναντι του ανταγωνισμού», καθώς όπως είπε, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 30 εκατομμύρια τουρίστες μέσα στο 2018, με σημαντικά ανοδικές τάσεις.

«Δεν έχουμε συγκεκριμένη στρατηγική, παρά μόνο αποσπασματική αντιμετώπιση των προβλημάτων», ανέφερε, προτείνοντας τη δημιουργία «συγκεκριμένης στρατηγικής στη βάση της συνεργασίας μεταξύ όλων των εμπλεκομένων φορέων, προκειμένου να βρεθούν οι ενδεδειγμένες λύσεις». Όπως τόνισε ο κ. Στασινός, «τα απαιτούμενα έργα πρέπει να μπουν σε απόλυτη προτεραιότητα και να χρηματοδοτηθούν, προκειμένου να αποφευχθεί το εκτεταμένο φαινόμενο της διάβρωσης των Ελληνικών ακτών».

Με δεδομένο ότι δώδεκα από τις 13 περιφέρειες της χώρας διαθέτουν παράκτιο μέτωπο που υπολογίζεται στα 16.300 χλμ., ενώ στα 7.000 χλμ φθάνει η έκταση των αμμωδών παραλιών, εκπροσωπώντας την ΚΕΔΕ ο Νίκος Χιωτάκης, επεσήμανε ότι σχεδόν όλη η χώρα πρόκειται να επηρεαστεί αρνητικά απ΄ το φαινόμενο της διάβρωσης, τόσο σε επίπεδο ισορροπίας του οικοσυστήματος, όσο και σε ό,τι έχει να κάνει με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα. «Η διάβρωση των ακτών μας στοιχίζει ακριβά στην περιβαλλοντική και κοινωνική ισορροπία του τόπου» είπε, κάνοντας γνωστό ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις επιστημόνων, μόνο στα Χανιά χάνονται 2 εκατομμύρια ευρώ ετησίως απ΄ την τοπική οικονομία, εξαιτίας της διάβρωσης.

Εκ΄ μέρους της διεύθυνσης κλιματικής αλλαγής και ποιότητας της ατμόσφαιρα του ΥΠΕΝ, η Ρεβέκκα Μπατμάνογλου δήλωσε: «ο χρόνος είναι κατάλληλος. Οι επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή μπορούν να αντιμετωπιστούν: Το πρώτο βήμα είναι η Εθνική στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ενώ επόμενα βήματα είναι τα περιφερειακά σχέδια και, τέλος, οι μηχανισμοί ελέγχου και παρακολούθησης».

Όπως είπε η κα Μπατμάνογλου, αναγκαία κρίνεται η θέσπιση ακτολογίου, ο καθορισμός ζωνών επικινδυνότητας ανάλογα με τον χαρακτήρα της κάθε ακτής, η ολοκληρωμένη διαχείριση της παράκτιας ζώνης με βάση το πρωτόκολλο ICZM (Integrated Zone Management) της σύμβασης της Βαρκελώνης, ενώ απαραίτητη είναι η συμμετοχή των επιχειρηματιών, το σύνολο των φορέων της δημόσιας διοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Όπως έκανε γνωστό σε παρέμβασή της η γενική γραμματέας δημόσιας περιουσίας Πέτη Πέρκα, ήδη έχει συσταθεί νομοπαρασκευαστική επιτροπή που προσπαθεί να λύσει σε νομοθετικό επίπεδο τα προβλήματα. Στο ίδιο μήκος κύματος και η κα Αθηνά Μαρμαρά απ΄ τη γενική γραμματεία δημόσιας περιουσίας του υπουργείου οικονομικών, ανέφερε ότι «έχουν ήδη εντοπίσει τα προβλήματα που ταλαιπωρούν όπως για παράδειγμα τα προβλήματα του παραλιακού οδικού δικτύου». Όπως είπε, «το φαινόμενο της διάβρωσης αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και χωρίς καμία πρόληψη. Οι μελέτες δεν είναι επαρκείς ούτε επίκαιρες, ενώ παρουσιάζεται πληθώρα αιτημάτων από ιδιώτες, χωρίς αιτιολόγηση». Πρόσθεσε ότι απαιτείται εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για την αδειοδότηση, ενώ στο πλαίσιο του νόμου που ετοιμάζεται για την αναθεώρηση του αιγιαλού η έγκριση των μελετών θα επιταχυνθούν σημαντικά, και πρόκειται να δοθεί έμφαση στην πρόληψη της διάβρωσης αλλά και στην καταστολή των αυθαίρετων κατασκευών.

Επίσης, έκανε λόγο για «γενναίες αποφάσεις που θα χρειαστούν χρόνο», ενώ τόνισε ότι «σύντομα με συγκεκριμένο νομοσχέδιο πρόκειται να γίνει σαφής καθορισμός γραμμής αιγιαλού, που θα βοηθήσει και στην οικονομία αλλά και στην προστασία του περιβάλλοντος».

Απ΄ την πλευρά του ο Ορέστης Μεσοχωρίτης ακτο-μηχανικός εξειδικευμένος σε έργα αποκατάστασης ακτών επεσήμανε ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση στη συχνότητα και την ένταση των νοτίων ανέμων οι οποίοι ενισχύουν την διάβρωση. Παρατηρείται αύξηση του ύψους του κύματος, αύξηση της μέσης στάθμης της θάλασσας, καθώς επίσης και μεταβολές στην ένταση και τη συχνότητα των βροχοπτώσεων, που διαταράσσουν τη θαλάσσια ισορροπία.

Παράλληλα, ανθρώπινες επεμβάσεις στην θάλασσα ή στην ακτή, π.χ. μαρίνες, κατασκευή φραγμάτων, αμμοληψίες κλπ. επιβαρύνουν συμβάλουν επίσης στο φαινόμενο της διάβρωσης. Όπως είπε ο κ. Μεσοχωρίτης, «το ζητούμενο είναι να προσεγγίζεται η μελέτη του κάθε έργου με γνώση και υπευθυνότητα», καθώς για παράδειγμα στη Βόρεια Ελλάδα κατασκευάστηκαν μαρίνες που προκάλεσαν διάβρωση τις απέναντι ακτές. Όπως τόνισε κρίνεται αναγκαίος ο περιορισμός όλων των αιτίων, ενώ στάθηκε στην απλοποίηση και επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, καθώς η γραφειοκρατία μπορεί να καθυστερήσει ένα τέτοιου είδους έργο για τουλάχιστον 18 με 20 μήνες.


Το φαινόμενο της διάβρωσης εξελίσσεται ταχύτατα. Το 28,6% της ακτογραμμής της Ελλάδας βρίσκεται σε καθεστώς διαύρωσης», τόνισε ο Σεραφείμ Πούλος καθηγητής του τμήματος γεωλογίας και γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ. Όπως είπε, σημαντικοί ρυθμοί οπισθοχώρησης της ακτογραμμής παρατηρούνται μεταξύ άλλων σε Γυράπετρα Λευκάδας, σε Εκβολές Αλφειού, Επισκοπή Ρεθύμνου, Πλάκα Λασιθίου, Μόλος Πάρου. Επίσης, πρόσθεσε ότι υπάρχουν παραλίες που θα χαθούν εντελώς, αλλά και σε παραλίες με 30-40 μέτρα, θα χαθεί το 30% του πλάτους τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις και σενάρια το 31-88% παραλιών του Αιγαίου μπορεί να εξαφανιστούν. «Το πρόβλημα της διάβρωσης πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά», ανέφερε ο κ. Πούλος.

Σημειώνεται ότι στη χώρα μας παρατηρούνται τέσσερις τύποι ακτών: δελταϊκές ακτές: 6% (π.χ. Σπερχειός και Αχελώος), ακτές μαλακών ιζημάτων νεογενούς και τεταρτογενούς 36%, οι οποίες υφίστανται έντονη διάβρωση σε περίπτωση ανόδου της στάθμης της θάλασσας (π.χ. Βόρεια Πελοπόννησος, Ωρωπός), οι βραχώδεις ακτές και κρημνοί από σκληρό υλικό σε ποσοστό 44% όπου παρατηρείται χαμηλή διάβρωση λόγω της στάθμης, και κρημνοί από κροκαλοπαγή και/ή μαλακοί βραχώδεις σχηματισμοί 14%.

Επισημαίνεται τέλος, ότι σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες εάν έχουμε άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά 0,48 εκατοστά θα παρουσιαστεί οπισθοχώρηση κατά 20% του μέγιστου πλάτους των ακτών, ενώ σύμφωνα με τα αρνητικά σενάρια περίπου τα 2/3 των ελληνικών ακτών κινδυνεύουν να αποκλειστούν πλήρως, σε περίπτωση μη προσαρμογής και αντιμετώπισης στο φαινόμενο της διάβρωσης.