Η Δημοσιονομική Πολιτική Εμπόδιο για την Απανθρακοποίηση της Ευρώπης

Η Δημοσιονομική Πολιτική Εμπόδιο για την Απανθρακοποίηση της Ευρώπης
της Μάχης Τράτσα
Παρ, 22 Σεπτεμβρίου 2017 - 07:47
Η πολιτική για την απανθακοποίηση της Ευρώπης έχει κυρίως επικεντρωθεί στην ενεργειακή απόδοση και στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Αλλά όπως φαίνεται δεν αρκεί. Εδώ και καιρό η επιστημονική κοινότητα, αλλά και διεθνείς περιβαλλοντικές οργανώσεις, στρέφουν την προσοχή τους στις μεταφορές και τις κτιριακές υποδομές, τομείς που ευθύνονται για το 60% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Η πολιτική για την απανθακοποίηση της Ευρώπης έχει κυρίως επικεντρωθεί στην ενεργειακή απόδοση και στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Αλλά όπως φαίνεται δεν αρκεί. Εδώ και καιρό η επιστημονική κοινότητα, αλλά και διεθνείς περιβαλλοντικές οργανώσεις, στρέφουν την προσοχή τους στις μεταφορές και τις κτιριακές υποδομές, τομείς που ευθύνονται για το 60% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Και σε αυτή την ενεργειακή μετάβαση, οι καταναλωτές πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο. Σε κάθε περίπτωση, όπως τόνισε εχθές Πέμπτη και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Γιώργος Σταθάκης από το βήμα του Περιφερειακό Αναπτυξιακό Συνέδριο Κρήτης, αναφερόμενος στο μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό τόνισε ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Ελλάδας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και αποτελεί βασικό άξονα στη στρατηγική της παραγωγικής ανασυγκρότησης με σαφείς στόχους: στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, στην εξοικονόμηση ενέργειας, στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.

Πάντως, σύμφωνα με ανάλυση του οικονομολόγου, ειδικού συμβούλου σε θέματα ενέργειας και κλιματικής αλλαγής κ. Ντέιβιντ Ρόμπινσον από το Ινστιτούτο Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης, πλέον δίδεται σημασία στην ελαχιστοποίηση των στρεβλώσεων στην τιμολόγηση της ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που οφείλονται στη δημοσιονομική πολιτική.

Η έκθεση του κ. Ρόμπινσον υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προέρχονται από τον τομέα των μεταφορών και των κτιρίων. Αυτό οφείλεται σε εισφορές επί της ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες από το 2008 έχουν αυξηθεί σημαντικά _ κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά _ για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, των οποίων το κόστος δεν μπορούσε να ανακτηθεί μέσω των αγορών. Όσο μεγαλύτερη η διείσδυση των ΑΠΕ στο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής, τόσο υψηλότερες είναι οι εισφορές για την ηλεκτρική ενέργεια και τόσο λιγότερο ανταγωνιστική καθίσταται σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις μεταφοράς και στα συστήματα θέρμανσης.

Η έκθεση προτείνει κατευθυντήριες γραμμές για τη δημοσιονομική μεταρρύθμιση του ενεργειακού τομέα που πρέπει να ευθυγραμμιστεί με μια αποτελεσματική απανθρακοποίηση. Η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει, μεταξύ άλλων: να είναι τεχνολογικά ουδέτερη, να χρηματοδοτεί το πρόσθετο κόστος των ΑΠΕ και άλλων δημόσιων αγαθών μέσω της φορολογίας, με όσο το δυνατόν λιγότερες στρεβλώσεις • και να αποτελεί μέρος μιας συνολικής φορολογικής μεταρρύθμισης.

 

Οι εξωτερικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις

Ένα σημαντικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η μελέτη είναι η ανάγκη φορολόγησης των εξωτερικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε ολόκληρη την οικονομία, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η βενζίνη, το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, το ντίζελ και το φυσικό αέριο βαρύνονται με την ίδια φορολογία για τη συμβολή τους στην κλιματική αλλαγή (αλλά και την τοπική ρύπανση) όπως η ηλεκτρική ενέργεια. Και αυτοί οι φόροι, στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να αντικατοπτρίζουν το κοινωνικό κόστος των εξωτερικών παραγόντων. Όπως υποστηρίζεται, οι υψηλοί φόροι στα προϊόντα πετρελαίου «εσωτερικεύουν» τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και ικανοποιούν γεωπολιτικούς και άλλους πολιτικούς στόχους.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο κ. Ρόμπινσον, τα έσοδα από τους συγκεκριμένους φόρους παραμένουν σχεδόν οι ίδιοι από το 2000, ενώ οι εισφορές επί της ηλεκτρικής ενέργειας και, σε μικρότερο βαθμό, του φυσικού αερίου, έχουν αυξηθεί σημαντικά από τότε που η ΕΕ και τα κράτη μέλη άρχισαν να προωθούν πολιτικές περιορισμού του άνθρακα.

Η θέση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος ότι οι έμμεσοι φόροι επί της βενζίνης δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ως μέτρο περιβαλλοντικής πολιτικής, «κουμπώνει» με την άποψη ότι οι φόροι αυτοί εισήχθησαν για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των εσόδων για τη χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων, τη συντήρηση του οδικού δικτύου κλπ..

Η συγκεκριμένη άποψη αποτυπώνεται στην περίπτωση του ντίζελ, του οποίου οι φόροι είναι χαμηλότεροι από τους φόρους επί της βενζίνης, παρότι το εξωτερικό κόστος για το περιβάλλον είναι υψηλότερο για το ντίζελ από ό,τι για τη βενζίνη. Γι΄ αυτό ίσως είναι καιρός να επανεξεταστεί η φορολογική επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν τα διάφορα ενεργειακά προϊόντα στα κράτη μέλη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η φορολογία των ορυκτών καυσίμων αντανακλά πλήρως τις εξωτερικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους, ανεξάρτητα από τις εκπομπές.

 

Το τεχνολογικό μονοπάτι

Βεβαίως, σύμφωνα με τη μελέτη του Ινστιτούτου, κάθε χώρα θα πρέπει να έχει τη δική της δέσμη επιλογών για τη μείωση των επικίνδυνων εκπομπών, οι οποίες θα καθορίζονται από το ιστορικό, τη δημοσιονομική πολιτική, τα υπάρχοντα δίκτυα, τις εμπειρίες των πελατών, το κόστος και τα οφέλη των επιλογών. Και προτείνει κατευθυντήριες γραμμές για τη φορολογική μεταρρύθμιση στον ενεργειακό τομέα που είναι «τεχνολογικά ουδέτερες». Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα απαντά στο δίλημμα σχετικά με το αν οι κυβερνήσεις πρέπει να επιλέξουν ένα συγκεκριμένο τεχνολογικό μονοπάτι χαμηλών εκπομπών άνθρακα και να το «ακολουθήσουν» πιστά μέσω φορολογικών και άλλων πολιτικών αντί να είναι «τεχνολογικά ουδέτερες» στον σχεδιασμό πολιτικής.

Μια πλευρά υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει χρόνος και π.χ. η εξέταση των συστημάτων με βάση το υδρογόνο θα μπορούσε να καθυστερήσει τις ενέργειες για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής, όπως η αναβάθμιση των κτιρίων και η προώθηση των ηλεκτρικών οχημάτων. Η άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι οι αγορές λειτουργούν καλύτερα από τις κυβερνήσεις στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων και πως ο ανταγωνισμός μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων θα αναγκάσει τους επενδυτές να …ακονίσουν τα μολύβια τους και να καινοτομήσουν, αναλαμβάνοντας ρίσκα.

Ο χρόνος είναι πράγματι περιορισμένος και οι κυβερνήσεις μπορούν να παρέμβουν για να υλοποιήσουν τους στόχους για μείωση του άνθρακα. Ωστόσο, η ιστορία έχει δείξει πόσο γρήγορα αλλάζουν οι τεχνολογίες και πόσο εύκολο είναι για τις κυβερνήσεις να επιλέξουν λανθασμένη τεχνολογία, να χάσουν τον έλεγχο των δαπανών, αφήνοντας τους καταναλωτές και τους φορολογούμενους να πληρώσουν τελικά τον …λογαριασμό.

Ο μελετητής του Ινστιτούτου Ενεργειακών Μελετών …προκρίνει την αποτελεσματική λειτουργία τιμών και αγορών με την προώθηση της καινοτομίας και των επενδύσεων σε λύσεις χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Οι κυβερνήσεις θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό των μακροπρόθεσμων πολιτικών στόχων για την εξάλειψη των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη. Όποιος και αν είναι ο ρόλος που οι κυβερνήσεις επιλέξουν να διαδραματίσουν, δεν πρέπει να εισάγουν στρεβλώσεις της δημοσιονομικής πολιτικής που αυξάνουν άσκοπα το κόστος της απανθρακοποίησης.

Άλλωστε συχνά, η δημοσιονομική πολιτική οδηγεί σε παραμορφώσεις -μπορεί να ενθαρρύνει τη χρήση ορυκτών καυσίμων μη φορολογώντας το πλήρες κόστος των εξωτερικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παρομοίως, μπορεί να αποθαρρύνει την κοινωνικά αποδοτική ηλεκτροδότηση των μεταφορών και των κτιρίων, αυξάνοντας την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να ανακτήσει δημόσια έξοδα από άλλους τομείς. Μπορεί όμως να ενθαρρύνει τους καταναλωτές να παράγουν δική τους ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια ακόμη και όταν το οικονομικό κόστος είναι πολύ υψηλότερο από την αγορά ανανεώσιμης ενέργειας από το σύστημα.

Ορισμένες χώρες έχουν προχωρήσει αρκετά προς την κατεύθυνση της καθιέρωσης ουδέτερης τεχνολογίας και περιβαλλοντικής φορολογίας σε όλους τους τομείς της οικονομίας.. Ωστόσο, πολλές χώρες δεν το έχουν πράξει. Η πολιτική για την απανθακοποίηση έχει επικεντρωθεί μέχρι στιγμής στην ενεργειακή απόδοση και στις ΑΠΕ. Η προσοχή πρέπει πλέον να μεταφερθεί και σε άλλους τομείς.